Ο Θησαυρός που σταματούσε το Χρόνο

Έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε που γράψαμε την τελευταία μας ιστορία. Πολλές φορές πιστεύεις ότι δεν έχεις κάτι άλλο να πεις, κάτι άλλο να γράψεις. Όμως η πραγματικότητα και η ζωή σε οδηγούν πάντα πίσω στην μοναδική υπαρκτή πατρίδα, την πατρίδα των παιδικών σου χρόνων, ένα μέρος που τα όνειρα παίρνουν σάρκα και οστά. Κι έτσι γεννιέται ένα καινούργιο παραμύθι. Κάπως έτσι γεννήθηκε και ο “Θησαυρός που σταματούσε τον Χρόνο”. Μπορεί κάποιος, οποιοσδήποτε, να κλέψει το θησαυρό που μπορεί και σταματά το Χρόνο; Η ιστορία αυτή ακολουθεί λοιπόν τα χνάρια ενός ληστή. Ενός παράξενου ληστή…

graphic1

Ο Θησαυρός που σταματούσε τον Χρόνο

…Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένας σπάνιος θησαυρός σε ένα σεντούκι, κρυμμένος βαθιά μέσα σ’ ένα σκοτεινό δάσος. Πολλοί, από πρίγκηπες μέχρι ληστές, τον αναζητούσαν για χρόνια καθώς  υπήρχε η φήμη πως αυτός ο θησαυρός αν και δεν εκρυβε διαμάντια ή χρυσάφι ειχε μια άλλη, μαγική ιδιότητα: έκανε τον Χρόνο να σταματά. Κι όμως από όλους όσοι τον αναζήτησαν δεν τον βρήκε ποτέ κανείς. Κάποια νύχτα λοιπόν, καθώς ο Χρόνος συνέχιζε να κυλά ασταμάτητα έφτασε σ’ εκείνο το δάσος, όπως πολλοί πριν από τον ίδιο, ένας παράξενος ληστής…

…Το μικρό ξωτικό  που ήταν ο φύλακας του θησαυρού ήταν σκεπτικό. Στο δάσος που κατοικούσε είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. Αλλά έτσι συμβαίνει όταν παίζει κανείς με το Χρόνο. Μπορεί την ίδια στγμή, κάπου στη γη, να λάμψει το πιο εκτυφλωτικό  φως και ταυτόχρονα κάπου αλλού να γεννηθεί  το πιο πυκνό σκοτάδι. Κι όπως είναι επόμενο, το ίδιο ακριβώς συνέβη και τούτη τη φορά… Λίγος μόλις καιρός είχε περάσει από τότε που κάποιος πρίγκηπας-μάγος  είχε κατορθώσει να κλέψει τον θησαυρό. Τα μάγια του πρίγκηπα ήταν τόσο δυνατά που ακόμα και το ίδιο το ξωτικό έπεσε σε βαθύ ύπνο. Έτσι το σεντούκι βρέθηκε στο κάστρο του πρίγκηπα και το ξωτικό πεταμένο σε μια γωνιά του σκοτεινού δάσους. Ευτυχώς όμως, ο θησαυρός που σταματά το Χρόνο είναι τόσο σπάνιος και μοναδικός για να μπορέσει κανείς να τον ελέγξει, ώστε σύντομα ο πρίγκηπας κατάλαβε πως ήταν αδύνατο να τα καταφέρει και έτσι τον επέστρεψε στο δάσος. Το ξωτικό  χάρηκε που ξαναβρήκε τον θησαυρό της, αλλά ορκίστηκε στα νερά των Ποταμών και στο φως των Αστεριών που του χάρισαν πνοή και μορφή,  να μην τον χάσει ποτέ ξανά στο μέλλον γιατί όπως σκεφτόταν: «…Ο Χρόνος και το σταμάτημά του είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να τον αφήνω στα χέρια του κάθε θνητού ακόμη κι αν αυτός είναι ένας πρίγκηπας με μαγικές ικανότητες.» Και έτσι έπλεξε ένα αόρατο δίχτυ φτιαγμένο από την ανάσα του φεγγαριού, που μόνο το βράδυ της πανσελήνου μπορούσε να φανερωθεί στα ανθρώπινα μάτια και μονάχα τότε ήταν δυνατό να σπάσει. Ύστερα  τοποθέτησε το δίχτυ  με προσοχή γύρω από το σεντούκι που, πέρα και πάνω από ένας μοναδικός  θησαυρός,  ήταν και η ίδια η καρδιά του. Το ξωτικό που το λέγαν Σίλριεν, είχε τη μορφή μιας πανέμορφης νεράιδας κι ήταν πράγματι τόσο μικρό που μπορούσες να το κρατήσεις μες στην παλάμη σου, αν σε άφηνε…

…Όταν ο ληστής έφτανε στο δάσος, ήδη κάποιος άλλος είχε προλάβει  να αρπάξει τον θησαυρό. Ο ληστής που δεν ήταν δυνατό να το γνωρίζει, πίστευε πως ήταν ο μόνος  που είχε επιτέλους  ανακαλύψει το σκοτεινό δάσος και σίγουρα ο πρώτος που θα έκλεβε τον θησαυρό. Το δίχως άλλο οι προσδοκίες του ήταν πολύ μεγάλες ίσως για κάποιο λόγο και  ίσως πάλι χωρίς κανένα λόγο. Οι άλλοι ληστές τον έλεγαν παράξενο γιατί πού ακούστηκε ένας κοινός ληστής να μην ενδιαφέρεται για τα διαμάντια, τα ζαφείρια και μα την αλήθεια ούτε καν για όλο το χρυσάφι του κόσμου; Και στ’ αλήθεια οι μόνοι θησαυροί που τον ενδιέφεραν ήταν εκείνοι που ήταν δεμένοι με μάγια, όσοι με άλλα λόγια είχαν μαγικές ιδιότητες:  Ένας θησαυρός που τον έκανε αόρατο στα μάτια των άλλων, κάποιος άλλος που τον έκανε να ταξιδεύει πετώντας πάνω από τις γαλάζιες κορυφογραμμές, μακριά από τα μάτια των ανθρώπων, ένας τρίτος που τον μεταμόρφωνε σε οτιδήποτε ευχόταν να μεταμορφωθεί, ήταν μερικοί μόνο από τους θησαυρούς που είχε αποκτήσει σε όλη του τη ζωή, όχι με πολύ διαφορετικό τρόπο από εκείνον που αποκτά ένας οποιοσδήποτε ληστής τα λάφυρά του, κλέβοντας δηλαδή, λέγοντας ψέμματα και προπαντός έχοντας τα μάτια μα και τα αυτιά του ανοιχτά. Και η αλήθεια είναι πως όταν άκουσε για τον ξεχωριστό θησαυρό, δεν δίστασε ούτε μια στιγμή να περιπλανηθεί ώσπου να τον βρει και να τον κάνει δικό του. Και να τον τώρα, που ένα βράδυ κάποιας πανσελήνου, στεκόταν λίγα μέτρα από την ξωτικιά που μόλις ολοκλήρωνε τα ξόρκια που θα προστάτευαν μια για πάντα τον θησαυρό και την καρδιά της. Ο ληστής λοιπόν, κρύφτηκε πίσω από έναν  πυκνό θάμνο και παρατηρούσε την απόκοσμη τελετή. Δεν είχε ξαναδεί ένα τέτοιο θέαμα κι αυτό είναι τόσο σίγουρο όσο το ότι ήταν κι ο λόγος που γρήγορα προδόθηκε. Γιατί καθώς έβλεπε τη νεράιδα να στροβιλίζεται γύρω από το σεντούκι της με χάρη που μόνο στο φύσημα του αέρα συναντούσε κανείς, μιλώντας την γλώσσα των ξωτικών που στα αυτιά των ανθρώπων  μοιάζει με μια ανήκουστη  μελωδία, ο ληστής μαγεύτηκε ολοκληρωτικά, κάτι που τον έσπρωξε σαν αόρατο χέρι έξω από την κρυψώνα του…

…Στάθηκε αδύνατο για τον παράξενο ληστή, μαγεμένος  όπως ήταν από την αύρα και την παρουσία της ξωτικιάς, να μη χάσει ολοκληρωτικά την αίσθηση του χρόνου. Γιατί κεραυνοβολημένος από τον έρωτα, αν και στεκόταν κρυμμένος για ώρες πολλές, στον ίδιο φαινόταν λες και είχαν περάσει μόλις λίγα λεπτά της ώρας. Ήταν φανερό πως ο θησαυρός είχε ήδη δικαιώσει τη φήμη που τον συνόδευε. Όταν λοιπόν εκείνη η  άφαντη  δύναμη  της ορμής τον έσπρωξε με φόρα από τον θάμνο του, είχε πια ξημερώσει, τα αστέρια είχαν σβήσει στον ουρανό και τα ξόρκια της Σίλριεν, εξαφάνισαν το σεντούκι από τα ανθρώπινα μάτια. Ο  ληστής ξάφνου βρέθηκε φαρδύς πλατύς στο χώμα, αφήνοντας ξοπίσω του έναν ξερό γδούπο, την ίδια στιγμή που η ξωτικιά τρομαγμένη πέταξε με χάρη δυο-τρεις φορές τριγύρω για να σταθεί τελικά πάνω σε ένα μπουκέτο από ηλιοτρόπια, κοιτάζοντάς τον βλοσυρή. Περιεργαζόταν ετούτον, τον ένα ακόμη θνητό που διεκδικούσε τον θησαυρό και την καρδιά της. Ο ληστής από την άλλη, σηκώθηκε ζαλισμένος στα πόδια του, αναλογιζόμενος πως πιθανότατα όλοι οι θησαυροί του, ανήκαν σε κάποια από τα αμέτρητα ξωτικά που ο ίδιος ποτέ δεν είχε τύχει να δει με το γυμνό του βλέμμα. Και όχι μόνο αυτό αλλά ακόμη συνειδητοποίησε πως οι  ίδιοι θησαυροί ήταν οι καρδιές τους. Ταυτόχρονα κατάλαβε πως από ετούτο το ξωτικό δεν θα κατάφερνε διόλου να κλέψει κάτι, πόσο μάλλον ολόκληρο θησαυρό όπως αυτός που έκανε το χρόνο να σταματά… Όμως το πραγματικό πρόβλημα του ληστή  ήταν πως το συγκεκριμένο ξωτικό το είχε ερωτευτεί. Κι όπως όλοι ξέρουμε,  ο έρωτας είναι μια σκάλα που τη μια στιγμή σε οδηγεί ψηλά,  πάνω κι από τα ίδια τα σύννεφα και την άλλη αναποδογυρίζοντας σε πετάει στα πιο σκοτεινά μπουντρούμια, πράγμα που σε κάνει να χάνεις τον προσανατολισμό σου, με αποτέλεσμα άλλα να σκέφτεσαι κι άλλα να κάνεις. Ωστόσο όπως λέν οι σοφοί, ο ερωτευμένος ακόμη κι αν είναι ένας ληστής, πρέπει να είναι και να παραμένει άφοβος σαν τον πολεμιστή, ρομαντικός σαν τον ποιητή και ονειροπόλος όπως ο  κάθε αυθεντικός επαναστάτης. Κι έτσι ο ληστής μας, πλησίασε την νεράιδα και της πρόσφερε ένα τρυφερό  άγγιγμα που έμοιαζε με χάδι το οποίο φυσικά η Σίλριεν  απέφυγε με αξιοθαύμαστη ευλυγισία. Και καθώς συνέχιζε να τον κοιτά ενοχλημένη  με το θράσος που πήγαζε από την ίδια την ληστρική του φύση, ξαφνικά, αφού διάβασε τη σκέψη του, πράγμα που τα ξωτικά έχουν το χάρισμα να κάνουν όποτε θεωρούν ότι βρίσκονται σε κίνδυνο και μιλώντας  στη γλώσσα των ανθρώπων του λέει, σπάζοντας τη σιωπή: «Άκουσέ με προσεκτικά ληστή, εσύ που θέλεις να κλέψεις τον μονάκριβο θησαυρό μου μαζί με την καρδιά μου. Έφτασες ήδη πολύ μακριά και δεν μπορώ να σου επιτρέψω να πάς πιο πέρα από το σημείο που στέκεσαι. Πες μου όμως τι είναι αυτό που πιστεύεις ότι θέλεις, πραγματικά, τώρα που έχεις καταλάβει και μόνος σου ότι αυτό το σεντούκι δεν θα μπορέσεις ποτέ να το κλέψεις;» Ο ληστής που είχε κλέψει πολλά σεντούκια αλλά κανένα σαν αυτό που μόλις είχε δει να εξαφανίζεται από τα μάτια του, απάντησε χωρίς δισταγμό: «Όμορφη νεράιδα ακόμη κι αν αυτός ήταν ο σκοπός μου όταν έφτασα στο δάσος σου, από τότε που σε αντίκρισα έπαψα να θέλω να κλέψω το θησαυρό σου.  Και  για να σου πω ολόκληρη την αλήθεια, τώρα πια σ’ έχω αγαπήσει τόσο πολύ ώστε παρ’ όλο που θα θελα να κερδίσω την καρδιά σου όσο τίποτε πάνω στη γη, κατανοώ ότι δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθώ να φυλακίσω μια καρδιά που δεν πρόκειται να με αγαπήσει με την ίδια δύναμη, ακόμη κι αν θα το θελε. Γιατί μου φαίνεται τώρα πως ο Χρόνος μπορεί να σταματά  για τους ερωτευμένους μονάχα όταν αυτοί είναι δύο και όχι ένας. Κι έτσι ό,τι κι αν θέλω, δεν μπορώ να το κλέψω. Όμως φεύγοντας, θα ζητήσω ένα πρώτο και τελευταίο φιλί για να το πάρω μαζί μου στις παγωμένες χώρες του μακρινού βορρά που θα ταξιδέψω και να θυμάμαι ότι είδα με τα μάτια μου και μίλησα με το ξωτικό του θησαυρού που σταματά το Χρόνο.»  Η Σίλριεν τότε, εκτιμώντας την ειλικρίνεια  του  ληστή είπε με τη σειρά της. «Καλά τα σκέφτηκες όλα  ληστή κι ακόμα καλύτερα τα είπες. Ο Χρόνος σταματά, διατηρώντας την αρμονία αυτού του κόσμου,  μόνο για τους ερωτευμένους. Όμως φτωχέ μου ληστή θα έπρεπε από την αρχή να το έχεις σκεφτεί για να γλυτώσεις τα βάσανα του έρωτα:  Πώς θα μπορούσα εγώ, ένα ξωτικό να ερωτευτώ έναν θνητό  σαν εσένα; Δεν ξέρεις ότι τα πλάσματα των νερών και του ουρανού δεν είναι δυνατόν να αγαπήσουν  όσους είναι φτιαγμένοι από χώμα; Ας είναι όμως! Θα σου δώσω αυτό που μου ζητάς γιατί κατάλαβες έστω κι αργά την ματαιότητα των επιθυμιών σου…» Κι όπως το υποσχέθηκε η νεράιδα χάρισε το φιλί της στον ληστή τραβώντας την κουκούλα από το κεφάλι του. Ωστόσο φαίνεται πως  ο ληστής  δεν είχε πει όλη την αλήθεια ούτε στο ξωτικό μα ούτε και σε κανέναν άλλο!  Γιατί ξάφνου, άρχισε να συμβαίνει κάτι αναπάντεχο: Η  κάπα  γλίστρησε  από τους ώμους  του, και φανερώθηκε  μονομιάς το αληθινό του πρόσωπο κάτω από το πιο λαμπρό φως της μέρας.  Ταυτόχρονα μια λευκή λάμψη πλημμύρισε  το σκοτεινό δάσος κι έδιωξε  μακριά τις σκιές που είχαν απομείνει και βάραιναν την καρδιά του ξωτικού που στο μεταξύ στεκόταν ολότελα σαστισμένο! Κάποτε, όταν σιγά σιγά η λάμψη άρχισε να σβήνει, γύρισε προς το μέρος της, υποκλίθηκε μπροστά της και είπε μιλώντας τη γλώσσα των ξωτικών: «Αρχόντισσα Σίλριεν, των ξωτικών του Δάσους, κόρη των Ποταμών και των Αστεριών,  είδες τη μορφή μου μα τώρα ήρθε η ώρα και να με ακούσεις. Το όνομά μου είναι  Ντόριελ, και η γενιά  μου φτάνει πίσω, ως τα πρώτα  ξωτικά των Βουνών που αγγίζουν τις βορινές ακτές, εκεί όπου δεν ανθίζουν πια ηλιοτρόπια κάτω από τις αχτίδες  του ήλιου.  Φτιαγμένος δεν είμαι από χώμα και στεριά  μα από Αέρα και Θάλασσα. Κι αν θες να μάθεις θα σου το πω: Η σκοτεινιά που απλώθηκε στο δάσος σου με οδήγησε μέχρις εδώ. Για αμέτρητα χρόνια γυρνάω  σε όλη τη γη μεταμορφωμένος σε ληστή ψάχνοντας  για τον  θησαυρό σου, ακολουθώντας το μονοπάτι του χρησμού  όπως το χάραξε ο  μάγος  των Βουνών όταν  μου προφήτεψε πως, μόνο  ο  θησαυρός  που σταματά τον Χρόνο  έχει τη δύναμη  να νικήσει  τον πύρινο δράκο που λεηλατεί και στοιχειώνει το βασίλειό μου. Γιατί ο δράκος  είναι ο Φόβος, ο αθάνατος κι  ο ανίκητος και για να τον στείλω αλυσοδεμένο για πάντα στον πάτο της θάλασσας πρέπει να τον αποκοιμίσω. Και τούτο  θα συμβεί μονάχα αν μπορέσω να σταματήσω το Χρόνο. Τώρα λοιπόν βεβαιώθηκα πως είσαι εσύ, εκείνη που έχει οριστεί να είναι δεμένη με το θησαυρό και να τον φυλά. Αν πάλι με ρωτήσεις γιατί ήρθα σε σένα σα ληστής θα σου απαντήσω  πως τα μάτια του δράκου βρίσκονται παντού και πάντα ξοπίσω μου γιατί κι εκείνος, όπως κι εγώ, ξέρει πως είναι γραφτό  να γίνω ο ίδιος του ο Χαμός. Γι’ αυτό πάει πολύς καιρός που κρύβω την μορφή μου, για να πιστεύουν όλοι πως έχω χαθεί  και ίσως να ήμουν αλήθεια χαμένος ώσπου να σε συναντήσω.  Όμως πάνω από αυτό, έπρεπε να κερδίσω έστω  ένα δικό σου φιλί, με τη μορφή του ληστή, για να με κυριεύσουν τα πάθη ενός ληστή  και να σε ερωτευτώ.»  Η Σίλριεν  τότε βλέποντας το δάσος της να καθαρίζει από τα σκοτάδια και αναγνωρίζοντας στο πρόσωπο του Ντόριελ τον  χαμένο πρίγκηπα της προφητείας, έπαψε να φοβάται κι απάντησε: «Άρχοντα Ντόριελ των Βουνών του Βορρά, καλώς ήλθες στο μαγεμένο δάσος μου. Μάθε κι εσύ με τη σειρά σου πως σε τούτο το δάσος δεν είσαι πια χαμένος ούτε χρεία υπάρχει να κρύβεσαι,  γιατί το μάτι του Φόβου εδώ είναι τυφλό. Μου μιλάς για μια προφητεία που την γνωρίζω κι εγώ, όπως όλα τα ξωτικά που ζουν κρυμμένα από τα μάτια των θνητών απάνω στη γη. Και αν είναι αλήθεια όλα αυτά, τότε φαίνεται πως πάνω κι από τις δυνάμεις μας, είναι γραμμένο και χαραγμένο στις πιο βαθιές  ρίζες της καταγωγής μας, όπως μαζί διώξαμε τη σκοτεινιά από ετούτο το δάσος, έτσι και να διώξουμε τον Φόβο που καταδυναστεύει σήμερα το βασίλειό σου κι ίσως αύριο όλους  τους τόπους  που κατοικούν τα ξωτικά μα και οι άνθρωποι. Γι αυτό και γω σου χαρίζω την καρδιά μου.  Όμως, άρχοντά μου, δυστυχώς, άργησες λίγο να με βρεις κι εγώ έπρεπε να ασφαλίσω το σεντούκι μου. Γιατί  τώρα πια, τα ξόρκια στο σεντούκι δεν λύνονται, παρά μόνο τη στιγμή που  το κοιμισμένο κουφάρι του δράκου θα πεταχτεί στα βάθη της βόρειας παγωμένης θάλασσας για να σβήσει η φωτιά, από την πρώτη ως την τελευταία σπίθα της αναπνοής του. Γι’ αυτό λοιπόν οι καρδιές μας από δω και μπρος θα ενώνονται σε μια, κάθε που θα έρχεται η  πανσέληνος  και τότε μόνο, μαζί, δύο ερωτευμένοι, σαν ένα σώμα κι ένα μυαλό,  θα μπορούμε να σταματάμε το Χρόνο.» Ο Ντόριελ έγνεψε με τα μάτια του, κι αφού κράτησε  τα  χέρια  της Σίλριεν μέσα στα δικά του σηκώθηκε, λέγοντας: «Μέχρι την επόμενη πανσέληνο τότε αρχόντισσα Σίλριεν  του μαγεμένου  δάσους, των νερών του Ποταμού και του φωτός των Αστεριών» και βάζοντας ξάνα την κάπα του ληστή καβάλησε  το άλογό του και χάθηκε…

Από εκείνη την ημέρα λοιπόν, η Σίλριεν και ο Ντόριελ συναντιούνταν στο πιο φωτεινό, πλέον, δάσος του κόσμου, κάθε που γέμιζε τον ουρανό το μεγάλο φεγγάρι. Και λέγεται πως γι αυτόν ακριβώς το λόγο η πανσέληνος  ανατέλλει νωρίτερα και δύει αργότερα από κάθε άλλο φεγγάρι: Για να γιορτάσει τον έρωτα, το σταμάτημα του Χρόνου και την αιώνια και αμφίρροπη πάλη των ξωτικών με τον τρομερό πύρινο δράκο που το όνομά του είναι Φόβος. Κι άλλοι πάλι  λεν πως αυτός ο έρωτας κι αυτή η μάχη με τον Φόβο ακόμη δεν έχει τελειώσει αλλά συνεχίζεται μέχρι σήμερα κι αυτό είναι κάτι που μπορεί ο καθένας να το καταλάβει, ακόμη και ένας κοινός θνητός, καθώς στ’ αλήθεια κάθε πανσέληνο ο Χρόνος αλλάζει σύσταση και μορφή και τότε συμβαίνουν τόσο αλλόκοτα πράγματα, ώστε δύσκολα ξεχωρίζει η πραγματικότητα από το όνειρο. Λέγεται τέλος πως τόσο η μάχη με το Φόβο όσο κι ο Έρωτας αλλά κι ο ίδιος Χρόνος  θα κρατήσουν μέχρι το τέλος των ημερών της γενιάς των ξωτικών, όταν κι ο Κόσμος  πια θα είναι ελεύθερος από κάθε λογής σκιά και γι αυτό θα ξαναγεννηθεί από την αρχή αφού δεν θα χει πλέον κανένα νόημα η ύπαρξή του…

…Ο Ντόριελ πετάχτηκε απότομα καταμεσίς στο στενό πλάτωμα του  φαραγγιού που είχε αποκοιμηθεί χωρίς τη θέλησή του, γιατί ήταν αμέτρητες  οι μέρες και οι νύχτες που ταξίδευε χωρίς σταματημό και πολύ είχε κουραστεί.  «Τι στην ευχή λοιπόν; Ήταν μόνο ένα όνειρο;» μονολόγησε με κόπο, μουρμουρίζοντας λιγάκι απογοητευμένος. Ήταν ένας εξαίσιος ληστής αλλά αυτό δεν υπήρξε  ποτέ αρκετό καθώς,  πάντοτε απ’ όσο θυμόταν, από παιδί κιόλας,  πίστευε  πως ήταν κάποιος θαυμαστός  ξωτικοπρίγκηπας  με μαγικές ικανότητες. Ξαναέκλεισε τα μάτια του και αποκοιμήθηκε για λίγο ακόμη, προτού ξαναπάρει το δρόμο.  Ίσως να ξανάβλεπε εκείνο το όνειρο. Πέρα, μακριά στον ορίζοντα, κάτω απ’ το φως ενός τεράστιου φεγγαριού, έβλεπες μια πυκνή σκοτεινιά να σκεπάζει  το παλιό δάσος με τις οξιές. Ήταν φανερό πως κάποιος, μόλις είχε ταράξει τον Χρόνο…

 

Advertisements