TA ΠAPAMYΘIA ΜAΣ (Ολόκληρα τα κείμενα)

graphic1

Ο Θησαυρός που σταματούσε τον Χρόνο

…Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένας σπάνιος θησαυρός σε ένα σεντούκι, κρυμμένος βαθιά μέσα σ’ ένα σκοτεινό δάσος. Πολλοί, από πρίγκηπες μέχρι ληστές, τον αναζητούσαν για χρόνια καθώς  υπήρχε η φήμη πως αυτός ο θησαυρός αν και δεν εκρυβε διαμάντια ή χρυσάφι ειχε μια άλλη, μαγική ιδιότητα: έκανε τον Χρόνο να σταματά. Κι όμως από όλους όσοι τον αναζήτησαν δεν τον βρήκε ποτέ κανείς. Κάποια νύχτα λοιπόν, καθώς ο Χρόνος συνέχιζε να κυλά ασταμάτητα έφτασε σ’ εκείνο το δάσος, όπως πολλοί πριν από τον ίδιο, ένας παράξενος ληστής…

…Το μικρό ξωτικό  που ήταν ο φύλακας του θησαυρού ήταν σκεπτικό. Στο δάσος που κατοικούσε είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. Αλλά έτσι συμβαίνει όταν παίζει κανείς με το Χρόνο. Μπορεί την ίδια στγμή, κάπου στη γη, να λάμψει το πιο εκτυφλωτικό  φως και ταυτόχρονα κάπου αλλού να γεννηθεί  το πιο πυκνό σκοτάδι. Κι όπως είναι επόμενο, το ίδιο ακριβώς συνέβη και τούτη τη φορά… Λίγος μόλις καιρός είχε περάσει από τότε που κάποιος πρίγκηπας-μάγος  είχε κατορθώσει να κλέψει τον θησαυρό. Τα μάγια του πρίγκηπα ήταν τόσο δυνατά που ακόμα και το ίδιο το ξωτικό έπεσε σε βαθύ ύπνο. Έτσι το σεντούκι βρέθηκε στο κάστρο του πρίγκηπα και το ξωτικό πεταμένο σε μια γωνιά του σκοτεινού δάσους. Ευτυχώς όμως, ο θησαυρός που σταματά το Χρόνο είναι τόσο σπάνιος και μοναδικός για να μπορέσει κανείς να τον ελέγξει, ώστε σύντομα ο πρίγκηπας κατάλαβε πως ήταν αδύνατο να τα καταφέρει και έτσι τον επέστρεψε στο δάσος. Το ξωτικό  χάρηκε που ξαναβρήκε τον θησαυρό της, αλλά ορκίστηκε στα νερά των Ποταμών και στο φως των Αστεριών που του χάρισαν πνοή και μορφή,  να μην τον χάσει ποτέ ξανά στο μέλλον γιατί όπως σκεφτόταν: «…Ο Χρόνος και το σταμάτημά του είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να τον αφήνω στα χέρια του κάθε θνητού ακόμη κι αν αυτός είναι ένας πρίγκηπας με μαγικές ικανότητες.» Και έτσι έπλεξε ένα αόρατο δίχτυ φτιαγμένο από την ανάσα του φεγγαριού, που μόνο το βράδυ της πανσελήνου μπορούσε να φανερωθεί στα ανθρώπινα μάτια και μονάχα τότε ήταν δυνατό να σπάσει. Ύστερα  τοποθέτησε το δίχτυ  με προσοχή γύρω από το σεντούκι που, πέρα και πάνω από ένας μοναδικός  θησαυρός,  ήταν και η ίδια η καρδιά του. Το ξωτικό που το λέγαν Σίλριεν, είχε τη μορφή μιας πανέμορφης νεράιδας κι ήταν πράγματι τόσο μικρό που μπορούσες να το κρατήσεις μες στην παλάμη σου, αν σε άφηνε…

…Όταν ο ληστής έφτανε στο δάσος, ήδη κάποιος άλλος είχε προλάβει  να αρπάξει τον θησαυρό. Ο ληστής που δεν ήταν δυνατό να το γνωρίζει, πίστευε πως ήταν ο μόνος  που είχε επιτέλους  ανακαλύψει το σκοτεινό δάσος και σίγουρα ο πρώτος που θα έκλεβε τον θησαυρό. Το δίχως άλλο οι προσδοκίες του ήταν πολύ μεγάλες ίσως για κάποιο λόγο και  ίσως πάλι χωρίς κανένα λόγο. Οι άλλοι ληστές τον έλεγαν παράξενο γιατί πού ακούστηκε ένας κοινός ληστής να μην ενδιαφέρεται για τα διαμάντια, τα ζαφείρια και μα την αλήθεια ούτε καν για όλο το χρυσάφι του κόσμου; Και στ’ αλήθεια οι μόνοι θησαυροί που τον ενδιέφεραν ήταν εκείνοι που ήταν δεμένοι με μάγια, όσοι με άλλα λόγια είχαν μαγικές ιδιότητες:  Ένας θησαυρός που τον έκανε αόρατο στα μάτια των άλλων, κάποιος άλλος που τον έκανε να ταξιδεύει πετώντας πάνω από τις γαλάζιες κορυφογραμμές, μακριά από τα μάτια των ανθρώπων, ένας τρίτος που τον μεταμόρφωνε σε οτιδήποτε ευχόταν να μεταμορφωθεί, ήταν μερικοί μόνο από τους θησαυρούς που είχε αποκτήσει σε όλη του τη ζωή, όχι με πολύ διαφορετικό τρόπο από εκείνον που αποκτά ένας οποιοσδήποτε ληστής τα λάφυρά του, κλέβοντας δηλαδή, λέγοντας ψέμματα και προπαντός έχοντας τα μάτια μα και τα αυτιά του ανοιχτά. Και η αλήθεια είναι πως όταν άκουσε για τον ξεχωριστό θησαυρό, δεν δίστασε ούτε μια στιγμή να περιπλανηθεί ώσπου να τον βρει και να τον κάνει δικό του. Και να τον τώρα, που ένα βράδυ κάποιας πανσελήνου, στεκόταν λίγα μέτρα από την ξωτικιά που μόλις ολοκλήρωνε τα ξόρκια που θα προστάτευαν μια για πάντα τον θησαυρό και την καρδιά της. Ο ληστής λοιπόν, κρύφτηκε πίσω από έναν  πυκνό θάμνο και παρατηρούσε την απόκοσμη τελετή. Δεν είχε ξαναδεί ένα τέτοιο θέαμα κι αυτό είναι τόσο σίγουρο όσο το ότι ήταν κι ο λόγος που γρήγορα προδόθηκε. Γιατί καθώς έβλεπε τη νεράιδα να στροβιλίζεται γύρω από το σεντούκι της με χάρη που μόνο στο φύσημα του αέρα συναντούσε κανείς, μιλώντας την γλώσσα των ξωτικών που στα αυτιά των ανθρώπων  μοιάζει με μια ανήκουστη  μελωδία, ο ληστής μαγεύτηκε ολοκληρωτικά, κάτι που τον έσπρωξε σαν αόρατο χέρι έξω από την κρυψώνα του…

…Στάθηκε αδύνατο για τον παράξενο ληστή, μαγεμένος  όπως ήταν από την αύρα και την παρουσία της ξωτικιάς, να μη χάσει ολοκληρωτικά την αίσθηση του χρόνου. Γιατί κεραυνοβολημένος από τον έρωτα, αν και στεκόταν κρυμμένος για ώρες πολλές, στον ίδιο φαινόταν λες και είχαν περάσει μόλις λίγα λεπτά της ώρας. Ήταν φανερό πως ο θησαυρός είχε ήδη δικαιώσει τη φήμη που τον συνόδευε. Όταν λοιπόν εκείνη η  άφαντη  δύναμη  της ορμής τον έσπρωξε με φόρα από τον θάμνο του, είχε πια ξημερώσει, τα αστέρια είχαν σβήσει στον ουρανό και τα ξόρκια της Σίλριεν, εξαφάνισαν το σεντούκι από τα ανθρώπινα μάτια. Ο  ληστής ξάφνου βρέθηκε φαρδύς πλατύς στο χώμα, αφήνοντας ξοπίσω του έναν ξερό γδούπο, την ίδια στιγμή που η ξωτικιά τρομαγμένη πέταξε με χάρη δυο-τρεις φορές τριγύρω για να σταθεί τελικά πάνω σε ένα μπουκέτο από ηλιοτρόπια, κοιτάζοντάς τον βλοσυρή. Περιεργαζόταν ετούτον, τον ένα ακόμη θνητό που διεκδικούσε τον θησαυρό και την καρδιά της. Ο ληστής από την άλλη, σηκώθηκε ζαλισμένος στα πόδια του, αναλογιζόμενος πως πιθανότατα όλοι οι θησαυροί του, ανήκαν σε κάποια από τα αμέτρητα ξωτικά που ο ίδιος ποτέ δεν είχε τύχει να δει με το γυμνό του βλέμμα. Και όχι μόνο αυτό αλλά ακόμη συνειδητοποίησε πως οι  ίδιοι θησαυροί ήταν οι καρδιές τους. Ταυτόχρονα κατάλαβε πως από ετούτο το ξωτικό δεν θα κατάφερνε διόλου να κλέψει κάτι, πόσο μάλλον ολόκληρο θησαυρό όπως αυτός που έκανε το χρόνο να σταματά… Όμως το πραγματικό πρόβλημα του ληστή  ήταν πως το συγκεκριμένο ξωτικό το είχε ερωτευτεί. Κι όπως όλοι ξέρουμε,  ο έρωτας είναι μια σκάλα που τη μια στιγμή σε οδηγεί ψηλά,  πάνω κι από τα ίδια τα σύννεφα και την άλλη αναποδογυρίζοντας σε πετάει στα πιο σκοτεινά μπουντρούμια, πράγμα που σε κάνει να χάνεις τον προσανατολισμό σου, με αποτέλεσμα άλλα να σκέφτεσαι κι άλλα να κάνεις. Ωστόσο όπως λέν οι σοφοί, ο ερωτευμένος ακόμη κι αν είναι ένας ληστής, πρέπει να είναι και να παραμένει άφοβος σαν τον πολεμιστή, ρομαντικός σαν τον ποιητή και ονειροπόλος όπως ο  κάθε αυθεντικός επαναστάτης. Κι έτσι ο ληστής μας, πλησίασε την νεράιδα και της πρόσφερε ένα τρυφερό  άγγιγμα που έμοιαζε με χάδι το οποίο φυσικά η Σίλριεν  απέφυγε με αξιοθαύμαστη ευλυγισία. Και καθώς συνέχιζε να τον κοιτά ενοχλημένη  με το θράσος που πήγαζε από την ίδια την ληστρική του φύση, ξαφνικά, αφού διάβασε τη σκέψη του, πράγμα που τα ξωτικά έχουν το χάρισμα να κάνουν όποτε θεωρούν ότι βρίσκονται σε κίνδυνο και μιλώντας  στη γλώσσα των ανθρώπων του λέει, σπάζοντας τη σιωπή: «Άκουσέ με προσεκτικά ληστή, εσύ που θέλεις να κλέψεις τον μονάκριβο θησαυρό μου μαζί με την καρδιά μου. Έφτασες ήδη πολύ μακριά και δεν μπορώ να σου επιτρέψω να πάς πιο πέρα από το σημείο που στέκεσαι. Πες μου όμως τι είναι αυτό που πιστεύεις ότι θέλεις, πραγματικά, τώρα που έχεις καταλάβει και μόνος σου ότι αυτό το σεντούκι δεν θα μπορέσεις ποτέ να το κλέψεις;» Ο ληστής που είχε κλέψει πολλά σεντούκια αλλά κανένα σαν αυτό που μόλις είχε δει να εξαφανίζεται από τα μάτια του, απάντησε χωρίς δισταγμό: «Όμορφη νεράιδα ακόμη κι αν αυτός ήταν ο σκοπός μου όταν έφτασα στο δάσος σου, από τότε που σε αντίκρισα έπαψα να θέλω να κλέψω το θησαυρό σου.  Και  για να σου πω ολόκληρη την αλήθεια, τώρα πια σ’ έχω αγαπήσει τόσο πολύ ώστε παρ’ όλο που θα θελα να κερδίσω την καρδιά σου όσο τίποτε πάνω στη γη, κατανοώ ότι δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθώ να φυλακίσω μια καρδιά που δεν πρόκειται να με αγαπήσει με την ίδια δύναμη, ακόμη κι αν θα το θελε. Γιατί μου φαίνεται τώρα πως ο Χρόνος μπορεί να σταματά  για τους ερωτευμένους μονάχα όταν αυτοί είναι δύο και όχι ένας. Κι έτσι ό,τι κι αν θέλω, δεν μπορώ να το κλέψω. Όμως φεύγοντας, θα ζητήσω ένα πρώτο και τελευταίο φιλί για να το πάρω μαζί μου στις παγωμένες χώρες του μακρινού βορρά που θα ταξιδέψω και να θυμάμαι ότι είδα με τα μάτια μου και μίλησα με το ξωτικό του θησαυρού που σταματά το Χρόνο.»  Η Σίλριεν τότε, εκτιμώντας την ειλικρίνεια  του  ληστή είπε με τη σειρά της. «Καλά τα σκέφτηκες όλα  ληστή κι ακόμα καλύτερα τα είπες. Ο Χρόνος σταματά, διατηρώντας την αρμονία αυτού του κόσμου,  μόνο για τους ερωτευμένους. Όμως φτωχέ μου ληστή θα έπρεπε από την αρχή να το έχεις σκεφτεί για να γλυτώσεις τα βάσανα του έρωτα:  Πώς θα μπορούσα εγώ, ένα ξωτικό να ερωτευτώ έναν θνητό  σαν εσένα; Δεν ξέρεις ότι τα πλάσματα των νερών και του ουρανού δεν είναι δυνατόν να αγαπήσουν  όσους είναι φτιαγμένοι από χώμα; Ας είναι όμως! Θα σου δώσω αυτό που μου ζητάς γιατί κατάλαβες έστω κι αργά την ματαιότητα των επιθυμιών σου…» Κι όπως το υποσχέθηκε η νεράιδα χάρισε το φιλί της στον ληστή τραβώντας την κουκούλα από το κεφάλι του. Ωστόσο φαίνεται πως  ο ληστής  δεν είχε πει όλη την αλήθεια ούτε στο ξωτικό μα ούτε και σε κανέναν άλλο!  Γιατί ξάφνου, άρχισε να συμβαίνει κάτι αναπάντεχο: Η  κάπα  γλίστρησε  από τους ώμους  του, και φανερώθηκε  μονομιάς το αληθινό του πρόσωπο κάτω από το πιο λαμπρό φως της μέρας.  Ταυτόχρονα μια λευκή λάμψη πλημμύρισε  το σκοτεινό δάσος κι έδιωξε  μακριά τις σκιές που είχαν απομείνει και βάραιναν την καρδιά του ξωτικού που στο μεταξύ στεκόταν ολότελα σαστισμένο! Κάποτε, όταν σιγά σιγά η λάμψη άρχισε να σβήνει, γύρισε προς το μέρος της, υποκλίθηκε μπροστά της και είπε μιλώντας τη γλώσσα των ξωτικών: «Αρχόντισσα Σίλριεν, των ξωτικών του Δάσους, κόρη των Ποταμών και των Αστεριών,  είδες τη μορφή μου μα τώρα ήρθε η ώρα και να με ακούσεις. Το όνομά μου είναι  Ντόριελ, και η γενιά  μου φτάνει πίσω, ως τα πρώτα  ξωτικά των Βουνών που αγγίζουν τις βορινές ακτές, εκεί όπου δεν ανθίζουν πια ηλιοτρόπια κάτω από τις αχτίδες  του ήλιου.  Φτιαγμένος δεν είμαι από χώμα και στεριά  μα από Αέρα και Θάλασσα. Κι αν θες να μάθεις θα σου το πω: Η σκοτεινιά που απλώθηκε στο δάσος σου με οδήγησε μέχρις εδώ. Για αμέτρητα χρόνια γυρνάω  σε όλη τη γη μεταμορφωμένος σε ληστή ψάχνοντας  για τον  θησαυρό σου, ακολουθώντας το μονοπάτι του χρησμού  όπως το χάραξε ο  μάγος  των Βουνών όταν  μου προφήτεψε πως, μόνο  ο  θησαυρός  που σταματά τον Χρόνο  έχει τη δύναμη  να νικήσει  τον πύρινο δράκο που λεηλατεί και στοιχειώνει το βασίλειό μου. Γιατί ο δράκος  είναι ο Φόβος, ο αθάνατος κι  ο ανίκητος και για να τον στείλω αλυσοδεμένο για πάντα στον πάτο της θάλασσας πρέπει να τον αποκοιμίσω. Και τούτο  θα συμβεί μονάχα αν μπορέσω να σταματήσω το Χρόνο. Τώρα λοιπόν βεβαιώθηκα πως είσαι εσύ, εκείνη που έχει οριστεί να είναι δεμένη με το θησαυρό και να τον φυλά. Αν πάλι με ρωτήσεις γιατί ήρθα σε σένα σα ληστής θα σου απαντήσω  πως τα μάτια του δράκου βρίσκονται παντού και πάντα ξοπίσω μου γιατί κι εκείνος, όπως κι εγώ, ξέρει πως είναι γραφτό  να γίνω ο ίδιος του ο Χαμός. Γι’ αυτό πάει πολύς καιρός που κρύβω την μορφή μου, για να πιστεύουν όλοι πως έχω χαθεί  και ίσως να ήμουν αλήθεια χαμένος ώσπου να σε συναντήσω.  Όμως πάνω από αυτό, έπρεπε να κερδίσω έστω  ένα δικό σου φιλί, με τη μορφή του ληστή, για να με κυριεύσουν τα πάθη ενός ληστή  και να σε ερωτευτώ.»  Η Σίλριεν  τότε βλέποντας το δάσος της να καθαρίζει από τα σκοτάδια και αναγνωρίζοντας στο πρόσωπο του Ντόριελ τον  χαμένο πρίγκηπα της προφητείας, έπαψε να φοβάται κι απάντησε: «Άρχοντα Ντόριελ των Βουνών του Βορρά, καλώς ήλθες στο μαγεμένο δάσος μου. Μάθε κι εσύ με τη σειρά σου πως σε τούτο το δάσος δεν είσαι πια χαμένος ούτε χρεία υπάρχει να κρύβεσαι,  γιατί το μάτι του Φόβου εδώ είναι τυφλό. Μου μιλάς για μια προφητεία που την γνωρίζω κι εγώ, όπως όλα τα ξωτικά που ζουν κρυμμένα από τα μάτια των θνητών απάνω στη γη. Και αν είναι αλήθεια όλα αυτά, τότε φαίνεται πως πάνω κι από τις δυνάμεις μας, είναι γραμμένο και χαραγμένο στις πιο βαθιές  ρίζες της καταγωγής μας, όπως μαζί διώξαμε τη σκοτεινιά από ετούτο το δάσος, έτσι και να διώξουμε τον Φόβο που καταδυναστεύει σήμερα το βασίλειό σου κι ίσως αύριο όλους  τους τόπους  που κατοικούν τα ξωτικά μα και οι άνθρωποι. Γι αυτό και γω σου χαρίζω την καρδιά μου.  Όμως, άρχοντά μου, δυστυχώς, άργησες λίγο να με βρεις κι εγώ έπρεπε να ασφαλίσω το σεντούκι μου. Γιατί  τώρα πια, τα ξόρκια στο σεντούκι δεν λύνονται, παρά μόνο τη στιγμή που  το κοιμισμένο κουφάρι του δράκου θα πεταχτεί στα βάθη της βόρειας παγωμένης θάλασσας για να σβήσει η φωτιά, από την πρώτη ως την τελευταία σπίθα της αναπνοής του. Γι’ αυτό λοιπόν οι καρδιές μας από δω και μπρος θα ενώνονται σε μια, κάθε που θα έρχεται η  πανσέληνος  και τότε μόνο, μαζί, δύο ερωτευμένοι, σαν ένα σώμα κι ένα μυαλό,  θα μπορούμε να σταματάμε το Χρόνο.» Ο Ντόριελ έγνεψε με τα μάτια του, κι αφού κράτησε  τα  χέρια  της Σίλριεν μέσα στα δικά του σηκώθηκε, λέγοντας: «Μέχρι την επόμενη πανσέληνο τότε αρχόντισσα Σίλριεν  του μαγεμένου  δάσους, των νερών του Ποταμού και του φωτός των Αστεριών» και βάζοντας ξάνα την κάπα του ληστή καβάλησε  το άλογό του και χάθηκε…

Από εκείνη την ημέρα λοιπόν, η Σίλριεν και ο Ντόριελ συναντιούνταν στο πιο φωτεινό, πλέον, δάσος του κόσμου, κάθε που γέμιζε τον ουρανό το μεγάλο φεγγάρι. Και λέγεται πως γι αυτόν ακριβώς το λόγο η πανσέληνος  ανατέλλει νωρίτερα και δύει αργότερα από κάθε άλλο φεγγάρι: Για να γιορτάσει τον έρωτα, το σταμάτημα του Χρόνου και την αιώνια και αμφίρροπη πάλη των ξωτικών με τον τρομερό πύρινο δράκο που το όνομά του είναι Φόβος. Κι άλλοι πάλι  λεν πως αυτός ο έρωτας κι αυτή η μάχη με τον Φόβο ακόμη δεν έχει τελειώσει αλλά συνεχίζεται μέχρι σήμερα κι αυτό είναι κάτι που μπορεί ο καθένας να το καταλάβει, ακόμη και ένας κοινός θνητός, καθώς στ’ αλήθεια κάθε πανσέληνο ο Χρόνος αλλάζει σύσταση και μορφή και τότε συμβαίνουν τόσο αλλόκοτα πράγματα, ώστε δύσκολα ξεχωρίζει η πραγματικότητα από το όνειρο. Λέγεται τέλος πως τόσο η μάχη με το Φόβο όσο κι ο Έρωτας αλλά κι ο ίδιος Χρόνος  θα κρατήσουν μέχρι το τέλος των ημερών της γενιάς των ξωτικών, όταν κι ο Κόσμος  πια θα είναι ελεύθερος από κάθε λογής σκιά και γι αυτό θα ξαναγεννηθεί από την αρχή αφού δεν θα χει πλέον κανένα νόημα η ύπαρξή του…

…Ο Ντόριελ πετάχτηκε απότομα καταμεσίς στο στενό πλάτωμα του  φαραγγιού που είχε αποκοιμηθεί χωρίς τη θέλησή του, γιατί ήταν αμέτρητες  οι μέρες και οι νύχτες που ταξίδευε χωρίς σταματημό και πολύ είχε κουραστεί.  «Τι στην ευχή λοιπόν; Ήταν μόνο ένα όνειρο;» μονολόγησε με κόπο, μουρμουρίζοντας λιγάκι απογοητευμένος. Ήταν ένας εξαίσιος ληστής αλλά αυτό δεν υπήρξε  ποτέ αρκετό καθώς,  πάντοτε απ’ όσο θυμόταν, από παιδί κιόλας,  πίστευε  πως ήταν κάποιος θαυμαστός  ξωτικοπρίγκηπας  με μαγικές ικανότητες. Ξαναέκλεισε τα μάτια του και αποκοιμήθηκε για λίγο ακόμη, προτού ξαναπάρει το δρόμο.  Ίσως να ξανάβλεπε εκείνο το όνειρο. Πέρα, μακριά στον ορίζοντα, κάτω απ’ το φως ενός τεράστιου φεγγαριού, έβλεπες μια πυκνή σκοτεινιά να σκεπάζει  το παλιό δάσος με τις οξιές. Ήταν φανερό πως κάποιος, μόλις είχε ταράξει τον Χρόνο…

 

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΤΟ ΛΕΓΑΝΕ ΣΤΑΧΤΗ

cropped-black-rose-tattoo-girl.jpg

Η ιστορία της Στάχτης είναι μια ιστορία

για την πίστη,

τη δύναμη της ψυχής και του μυαλού,

για τα όνειρα και την πραγματικότητα

και για όσους έχουν ξεχάσει… 

DSC00759

 

 

Κάποτε σε κάποιο μακρινό χωριό, πάρα πολύ μακρια από δω, ήταν ένα κορίτσι που το λέγανε Στάχτη. Ετσι την είχαν ονομασει οι γονεις της μετά από απόφαση με  την οποία συμφώνησαν και όλοι οι υπόλοιποι κάτοικοι του χωριού, καθώς μετά τη γεννησή της και  αφού την εξετασαν προσεκτικά από πάνω ως κατω, ηταν αδυνατο να μη προσεξουν το γκρίζο σημάδι στον αριστερό της ώμο. Ενα σημάδι που είχε το σχήμα ενός λουλουδιού. Ενός οποιουδήποτε λουλουδιού. Ωστοσο για τους ίδιους δεν εκανε καμια απολύτως διαφορα μια και κανείς τους δεν ειχε δει ποτέ στη ζωή του ουτε λουλούδια ουτε και δεντρα. Κανείς δεν είχε ποτέ ταξιδέψει μακρια απ’ τον τόπο εκείνο και σ΄εκείνο τον τόπο, δεν είχε φυτρώσει ποτε κανένα και τίποτα απ΄όλα αυτα. Κι έτσι, δεν την ονόμασαν «Τριανταφυλλια» ή «Λεμονιά» ή «Γιασεμια». Την είπανε Στάχτη…

…Όμως η Σταχτη εκτός από το σημαδι στον ωμο είχε κι ένα χάρισμα πολύ ξεχωριστό.  Κι αυτό ηταν η φαντασία της. Συνήθιζε να κλεινει τα ματια της και να φανταζεται άλλους τόπους, μακρινους, που ποτε της δεν ειχε αντικρίσει. Κι ετσι ταξιδευε μεσα στο χρονο και το χωρο ετούτης της γης, πέρα από συνορα και ανθρωπους… Πώς θα μπορουσε όμως αυτό να της είναι αρκετο; Για πόσο ακόμα θα εμεναν εξω από τα ταξίδια της οι ανθρωποι που ζουσαν γυρω της; Kι αυτός ο αερας… Σάρωνε κάθε μέρα τoν άγονο τοπο της με την ζεστή του αναπνοή, που εμοιαζε άλλοτε με ανάσα μωρού, άλλοτε με ανυπόμονο  λαχάνιασμα παιδιού κι άλλοτε με αγκομαχητό κουρασμένου γέρου…

Ενα απόβραδο λοιπον, τη νυχτα καποιας πανσεληνου, καθως είχε τελειώσει τις δουλειες της, καθισε πανω σ΄έναν ψηλό αμμολοφο και κοίταζε προς τον ορίζοντα. Τα πάντα γυρω της φαίνονταν, όπως συνήθως, τοσο γκριζα, τοσο ιδια, τοσο βαρετα! Κι αυτό ήταν κάτι που  την έπνιγε.Ηταν πολλες οι στιγμές που σκεφτόταν πόσο μεγαλη ανάγκη ειχε ο τόπος της να σβήσει τη δίψα του. Το δίχως άλλο οποιοσδήποτε στη θεση της θα ευχοταν για καποιο θαυμα. Ωστόσο η Σταχτη δεν σκοπευε να περάσει τη ζωή της περιμένοντας γι’ αυτό.Τουλάχιστον  όχι αν ήταν ικανή να το προκαλέσει η ίδια …

…Κι ετσι εκεινη την ιδια νυχτα, πήρε επιτέλους την μεγαλη απόφαση να δοκιμάσει το χαρισμα της. Σηκώθηκε από το κρεβάτι της και βγηκε εξω. Μύρισε τον αέρα που είχε κοπάσει, όπως συνέβαινε κάθε πανσεληνο. Μυριζε όμορφα. Ανάλαφρα. Κοιταξε γυρω της˙ τωρα ηταν η ωρα! Το ηξερε. … Ετρεξε προς τον πιο κοντινο αμμολοφο και σκαρφαλωσε στην κορυφη του. Από κει μπορούσε να δει το σπίτι της, ολόκληρο το χωριο αλλά κι ακόμα πιο μακρια. Αγγιξε με το δεξί της χερι τον αριστερό της ωμο. Εκλεισε τα τεραστια μαυρα της ματια. Υστερα ανασανε βαθια και κράτησε την αναπνοή της. Υστερα απλωσε το άλλο της χερι στο χωμα ανοιχτο με τεντωμενα όλα τα δαχτυλα, λες κι ηταν μια μικρη μαγισσα χωρις το ραβδι της. Κατι σαν ρευμα ηλεκτρικο τιναχτηκε από το απλωμένο της χερι και προσγειωθηκε με ορμη στην αμμο αφηνοντας πίσω έναν ξερό ηχο! Και δεν είναι ένα ψεμα,πως μεσα σε δευτερόλεπτα αρχισε να φυτρωνει μεσα από την ερημη και απότιστη γη ένα λουλούδι! Ηταν ίδιο ακριβώς με το σημαδι στον ωμο της. Αλλα ετουτο εδώ το μικρο η μεγαλο θαυμα εμοιαζε ακομα πιο ομορφο. Αφου το παρατηρησε για λιγο έκπληκτη, εσκυψε κοντα του, χαιδευοντας το τρυφερα… Η καρδια της χτυπουσε γρηγορα, τόσο γρηγορα που νόμιζε πως θα ‘βγαινε εξω από το σώμα της. Κάθισε πλάι του. Καθως παρατηρουσε τα κοκκινα πεταλα του, τα λαμπερα πρασινα φυλλαρακια του σκέφτηκε πως έβλεπε για πρωτη φορα στη ζωη της λουλουδι. Για πρωτη φορα χρωμα…

 Η Σταχτη ποτισε το λουλουδι της με δακρυα χαρας εκεινο το βραδυ. Εκεινο το βραδυ το λουλουδι της Σταχτης ηταν το πιο ομορφο του κοσμου, γεματο δροσια, χρωματα και πανω απ’ όλα ζωή. Ηταν το δικο της λουλουδι. Ηταν το ίδιο το σημαδι που της ειχε δωσει το ονομα της… Αλλά ένα τετοιο παράδοξο δεν μπορούσε παρα να ανηκει σε όλους όσους ζουσαν γυρω της. «Γιατι ποια αξια εχει το παραμικρο θαυμα όταν ο δημιουργος του δεν το μοιραζεται με όλους τους ανθρωπους;» σκεφτηκε το κορίτσι. «Αύριο…»είπε μέσα της…

 Κι έτσι εκεινη τη νυχτα η Σταχτη επεσε στο κρεβατι της, το φτιαγμενο από κουρελια παραγεμισμενα με αμμο, πιο ευτυχισμενη από ποτε. Βυθίστηκε σε έναν βαθυ υπνο γεματο χρωματα και ευωδιές. Κι αλήθεια, λίγη μόλις ώρα μετά, τα αρωματα του λουλουδιου της ειχαν αγγιξει κάθε γωνια το γκριζου και φτωχικου χωριου. Εμπαιναν μεσα από τα ανοιχτα παραθυρα, ξεγλιστρουσαν από τις χαραμαδες των σπιτιων των ανθρωπων και αιωρούνταν με χαρη όπως τα κοπάδια των πουλιων που φερνουν την ανοιξη…

Το ιδιο βραδυ όμως, η Σταχτη ειδε κι ένα πολύ παραξενο ονειρο: Ηταν,λεει, ένα αγνωστο αγορι που ερχοταν από πολύ μακρια και δεν ειχε ονομα μα ούτε και μορφη. Μαζι με το αγορι αυτό ταξίδευε κι ενας ηχος που ακουγοταν όλο και πιο δυνατα. Μια μελωδια που εμοιαζε να βγαινει από το στόμα μιας ξυλινης φλογερας, τόσο όμορφη για την ακους απ’ όλο και πιο κοντα, μα όλο και πιο κοντα, τοσο καθαρα που δεν γινόταν ποτε πια να την ξεχασεις… Ετσι και το μικρο μας κοριτσι˙ δεν την ξεχασε ποτε … Μονο που… ήταν και κάτι ακόμα:  το αγορι κουβαλουσε στους ωμους του και δυο μεγάλα τρυπια ψαθινα καλαθια με αφθονο και πεντακαθαρο νερο, όχι σαν εκείνο που εφερναν κάθε τοσο οι ανθρωποι του χωριου της. Ηταν ένα νερο που εφτανε από τοπους πιο μακρινους που οι δικοι της ουτε ειχαν ανακαλυψει ουτε και μπορουσαν να φτασουν με τα ποδια τους. Και αυτά τα  καλάθια,λεει, ποτε δεν αδειαζαν, αν και τρυπια, γιατι το αγορι το ακολουθούσε κι ένα συννεφο σκονης, παραφουσκωμενο με νερο. Και το νερό εσταζε ασταμάτητα… Παρα το παραξενο ονειρο, ωστόσο, κοιμηθηκε εκστασιασμένη αλλα και πολύ ανυπόμονη για τον ερχομο του επομενου πρωινου.

 

…Και ηρθε επιτελους η ωρα που ξημερωσε. Και η Σταχτη πεταχτηκε από το στρωμα της μονομιάς. Επλυνε βιαστικα το μουτρακι της σε έναν κουβα με λιγο βρωμικο νερο και εφτασε κουτρουβαλώντας μέχρι τον αμμολοφο της χτεσινης βραδιας. Βρισκοταν ακομα στη θεση του καθως ο ανεμος που όλα τ΄ αλλάζει δεν ειχε ξυπνησει εκεινο το πρωινο. Εψαξε το λουλουδι της. Κι όλο και πλησιαζε ζαλισμένη απ’ την αγωνία … Ομως όταν σταθηκε από πανω του, τα ματια της πνιγηκαν μέσα στα δακρυα τους. Η μαγεια της προηγούμενης νυχτας ειχε τσακιστει μονομιάς καθως το λουλουδι της πανσεληνου ξερό, μαραμενο πανω στην ερημο ήταν αδειο από ίχνος, από σταλα ζωής πια. Ειχε ζησει μοναχά για μια νυχτα.

Η Σταχτη γονατισε και κουλουριαστηκε γυρω από το σωμα της, κρυβοντας το προσωπό της μεσα στις μικρες της παλάμες. Το κλαμα της το πηρε ο ανεμος και το ταξιδεψε στην άλλη ακρη της γης.

Οι ανθρωποι του χωριου την εβλεπαν εκει ψηλα μα δεν εδωσαν σημασια γιατι ειπαν πως «ετσι κανουνε τα παιδια και δεν εχει νοημα να προσπαθουμε να καταλαβουμε τι συμβαινει μεσα στην μπερδεμενη τους ψυχη.» Αλλωστε οι μεγαλοι λενε συχνα ότι τα παιδια είναι ονειροπαρμενα και πως ζουν μεσα σ΄έναν δικο τους κοσμο… Κι επιπλέον, «δεν ξέρουν!»

Η Σταχτη κατεβηκε από τον αμμολοφο και σιωπηλα πήρε το δρόμο για το σπιτι. Μετα επεσε στο στρώμα της αποκαμωμενη, σχεδον λιποθυμη κι υστερα ηταν αρρωστη για πολύ καιρό. Δεν ειχε ορεξη ουτε να φαει μα ουτε και να πιει. Κι ετσι κυλούσε ο χρόνος μεχρι την επόμενη πανσεληνο. Μαγοι από διαφορες, γειτονικες ή πιο μακρινες φυλες εφτασαν για να την επισκεφθούν και προσπαθησαν με κάθε γνωστο τροπο, από κεινους που ηξεραν, να την ξανακανουν καλα και να της παρουν μακρια την αρρωστια. Η Σταχτη όμως δεν ειχε αναγκη από γιατροσοφια. Θα μπορουσε να βαλει τα γελια με όλες εκείνες τις ανόητες τελετές. Αλλα δεν ειχε καμια διαθεση να γελάσει. Γιατί ειχε πια βουτήξει μέσα στην πιο βαθειά λίμνη της θλίψης, κοιταζοντας συνεχως εξω από το παραθυρο της σα χαμενη, προς το σημειο που ειχε γεννησει το λουλουδι της, νοσταλγωντας εκεινη ακριβως τη βραδια όταν τα είχε καταφερει…  Κάθε νυχτα αποκοιμιοταν παρεα με τον ληθαργο της, το αδειανο της στομαχι, τα ξερα της χειλη και όλα τα «γιατί» του κόσμου μές στο κεφάλι της…

…Οι μερες και οι νυχτες περνουσαν ετσι ίδια η καθεμια με την προηγούμενη, φερνοντας μαζι τους το νέο φεγγαρι. Ενας ολοκληρος μηνας ειχε περασει κι η Σταχτη παρέμενε ξαπλωμενη, διψασμενη και νηστικη πανω στο αμμενιο κρεβατι της. Και καπως ετσι, με τη σειρα που μοναχα το συμπαν ξερει να εξαφανιζει και να φανερωνει τα πραγματα που μας περιβαλλουν, ξεπροβαλε η καινούργια πανσεληνος…

…Δεν περασε πολλη ωρα και της Σταχτης της φανηκε πως ακουσε από μακρια τη μελωδια της φλογερας από κεινο το παραξενο ονειρο! Τα βλεφαρα της ανοιγοκλεισαν κουρασμενα σαν να ξυπνουσε από υπνο βαρυ. Υστερα το ταλαιπωρημενο κορμι της στηριχτηκε στους μικρους και αδυνατους αγκωνες κι ετσι κατόρθωσε να ανασηκωθει από κει που βρισκοταν καρφωμενη από τη λυπη για πολύ καιρό. Για πρωτη φορα εδώ και πολλά μερόνυχτα, ενιωθε ξανα να κυλαει στο αιμα της η ζωη! Κι οσο περνουσαν τα λεπτα τοσο πιο καθαρα ακουγε τη φλογερα. Κι οσο περισσότερο το τραγουδι του ονειρου πλησιαζε, τοσο κι η Σταχτη δυναμωνε. Καποτε, πια, η μουσική ακούστηκε από κάπου πολύ κοντά, σχεδον δίπλα της. Επειτα επαψε!  Όπως και να ΄ταν πάντως, το κοριτσι μαγεμενο, σαν υπνωτισμενο περασε το κατωφλι του σπιτιου πατωντας με τις μυτες των ποδιων πανω στην κρυα νυχτερινη αμμο, σαν το αερικο. Λίγο πιο πέρα, είδε μια σκοτεινη φιγούρα να βαδιζει αργα, ψαχνοντας κάποιο μερος να ξαποστασει. Κατευθυνόταν σ έναν ολοφρεσκο, μαλακο αμμολοφο. Η Σταχτη ετρεξε να προλαβει να σκαρφαλωσει πρωτη, γιατι σκέφτηκε πως «έτσι πρέπει να κάνεις με κάθε ταξιδιωτη: Να τον περιμενεις βλέποντάς τον να μεγαλώνει καθώς πλησιαζει. Να τον υποδεχεσαι» … Ακόμα λίγο κι ο ηχος από το σουρσιμο των κουρασμενων ποδιων στην αμμο σταματησε απότομα, όπως είχε παψει πρωτύτερα και η ξυλινη φωνη της φλογερας, μπαίνοντας με μεγαλη φροντιδα στην τσεπη ενός κουρελιασμενου παντελονιου. Ο ξυπολυτος επισκέπτης, κοίταξε το κορίτσι μ’ ένα βλεμμα υγρης σπίθας, γεματο δυναμη και χαμογελο. Κάθε ήχος σιγησε…Οι δυο τους στάθηκαν ο ένας απέναντι από τον άλλο αμίλητοι σαν κάποιοι παλιοι φίλοι. Τι σημασία είχε που δεν είχαν ξαναμιλήσει ποτέ στη ζωή τους;

«Με λένε Γιοβερ.» Ειπε το αγορι κι η φωνη του θυμιζε το κυμα που σκαει απαλα στις οχθες μιας λιμνης. Η τις πρωτες ψιχαλες κάποιας βροχης που πλησιάζει. «Φτάνω από πολύ μακρια γιατι ως εδώ επρεπε να ρθω για να σε βρω.» Η παραξενεμένη Σταχτη, δεν μίλησε. «Ε συ, δε μ ακους!» υψωσε τη φωνη του το αγορι . «Για σενα ηρθα κι εσενα εψαχνα. Κι έχω πολλα να σου πω!» «Κι εμενα Σταχτη» απάντησε επιτέλους εκείνη. «Σε ξερω Σταχτη˙», ειπε ο Γιοβερ. «Σε ξερω από τοτε που γεννηθηκες κι ακομα και προτου γεννηθεις. Ξερω τι κουβαλας στον ωμο σου, στο μυαλο και την καρδια σου…» Το κοριτσι εστρεψε τα μάτια στη γη και ειπε: «Καποτε, ένα φεγγαρι πίσω, ειχα γεννησει ένα πλασμα σαν κι αυτο το σημαδι στον ώμο μου. Μα ηταν τόσο ζωντανο και ειχε χρωματα κι ανάσα! Μηπως εσυ μπορεις να μου πεις γιατι εζησε μονο μια νυχτα;»…

…Το αγορι σωριαστηκε χαμω, ανασκελα, γελωντας κι ετσι ξαπλωμενο έμεινε και κοιτουσε τα αστερια. Τα ματια της ζωγραφισαν τη σκηνη μεχρι που το βλεμμα της σταθηκε πανω στον Γιοβερ, κατω στην αμμο. Μετα εκανε κι εκείνη το ιδιο: ξαπλωσε και κοιτουσε τα αστερια. «Γιατι εζησε μονο μια νυχτα…» Επανέλαβε ο Γιοβέρ την ερώτηση του κοριτσιού… Και ξανά:

«Γιατι εζησε μονο μια νυχτα…» ψιθυρισε ξύνοντας το κεφάλι του… Για να απαντήσει ενθουσιασμένος σχεδόν στη στιγμή: «Μια ολοκληρη νυχτα δεν είναι πια και σαν το τιποτε! Ειμαι σχεδον σιγουρος πως υπαρχουν πραγματα μέσα σ αυτόν τον κοσμο που πεθαινουν πριν καν γεννηθουν!»

Η Σταχτη αφησε τ΄αστερια στη θεση τους και τον κοιταξε με απορια. Ο Γιοβερ ξερόβηξε αμήχανα. Μετά πεταχτηκε ορθιος, τιναξε την αμμο από τα κουρελια του και συνεχισε να μιλα. Μιλουσε για πολλη ωρα. Μιλουσε για τη βροχη. Μιλουσε για το νερο. Ελεγε πως χωρις τη βροχη δεν μπορει να υπαρξει νερο. Και ότι χωρις νερο δεν θα μπορουσε ποτε να υπαρξει ζωη. Κι ακόμα και πως απλά, πολύ φυσιολογικα για ένα λουλουδι, ετσι και το λουλουδι της Σταχτης αντεξε μια  νυχτα μονο, ώσπου μαραθηκε με τον πρωτο ηλιο. «…Βεβαια, εγω ηρθα από την άλλη ακρη του κόσμου για να σου φερω τη βροχη. Ομως αυτό από μονο του δεν φτανει!» Σταμάτησε να μιλά για λίγο. Κι έπειτα την έπιασε από τους ώμους, ρωτωντας: «Εχεις ακόμη φαντασία; Εχεις πίστη στο ακατόρθωτο;» Η Στάχτη έγνεψε με τα μάτια: «Ναι!» Τότε ο Γιοβέρ είπε: «Καλώς! Γιατί όση βροχή και να πέσει πάνω στα χώματα αυτής της γης, χωρίς πίστη και χωρίς φαντασία, να το ξέρεις πως, όλα θα πάνε στράφι. Αντίθετα με αυτά τα δυο χαρίσματα μπορείς να δώσεις ζωή σε όλα εκείνα που πολλοί δεν μπορούν μα ούτε και τολμούν. Πρόσεξε όμως! Αν κάποτε στο δρόμο της δικιάς σου ζωής αφήσεις πίσω σου την φαντασία και την πίστη σου, τότε να ξέρεις ότι τα πάντα θα χαθούν! Το μοναδικό που πρέπει να θυμάσαι είναι αυτό… Ποτέ μην ξεχάσεις… Και τωρα σε αποχαιρετω. Γιατι εχω να παω και σ’ αλλα μερη…» Ετσι, γυρίζοντας την πλατη του, αρχισε να απομακρυνεται, βουλιαζοντας τα γυμνα ποδια του μεσα στην αμμο. «Καλή τύχη με τα λουλούδια σου!» Της φώναξε από μακριά καθώς η Στάχτη τον κοιταζε που ολο και μικραινε μεχρι που βυθίστηκε ολότελα στον οριζοντα, οσο ανεξηγητα ειχε εμφανιστει λιγη ωρα πριν. Λιγες στιγμες μετα σύννεφα αρχισαν να μαζευονται, πανω από το κεφαλι του κοριτσιου. Κρυφτηκε το φως του φεγγαριου. Και τότε συνεβη κατι για πρωτη φορα στη ζωή της αλλά και στις ζωές των άλλων! Εβρεξε! Οι πρωτες σταγονες ηρθαν δισταζοντας και ηταν γεματες λασπη από το πεπλο της αμμου που διεσχιζαν ωσπου να φτασουν στη γη˙ καποιες από αυτές εσκασαν τσουχτερές πανω στο προσωπο της Σταχτης! Και μετά, με τρομερους κρότους και λαμψεις, θαλεγες πως ολο το νερο του νυχτερινου ουρανου, ειχε κατεβει στο αφυδατωμενο χωμα μαστιγωνοντας το μικρο χωριο. Η Σταχτη ουρλιαξε από χαρα κι ολοι πεταχτηκαν μεσα στην νυχτα να δουν αυτο που ποτέ ως τώρα δεν ειχαν ξαναδει! Ω, ήταν πια σιγουρη ότι θα μεταμόρφωνε το χωριο της σ’ έναν καινουργιο κοσμο, έναν αληθινο παραδεισο…

 Για όλα τα επομενα χρονια και κάθε πανσεληνο η Σταχτη σκαρφαλωνε σε καποιον αμμολοφο εκλεινε τα ματια και με τη δυναμη της φαντασιας της φυτρωνε δεκαδες, εκατονταδες, χιλιαδες λουλουδια και κάθε λογης φυτα. Και οι βροχες, ηταν πια πολύ συχνες. Τοσο συχνες που το τοπιο με τον καιρο αλλαζε και μαζι του κι οι ανθρωποι… Το γκριζο έγινε χρωμα˙ το νερό ήρθε πλάϊ τους. Ηταν οι ιδιοι ανθρωποι που για αμετρητες γενιες σε κοιτούσαν με το βλέμμα θολο και λυπημενο.

Οι πάντες πια ευχαριστουσαν σαν τον αγγελο του θεου το μικρο κοριτσι που τοσο πολύ ειχε αλλαξει τη ζωη τους.

«Σταχτη μου να σαι καλα κοριτσι μου.»
«Να σαι καλα Σταχτη…»
«να σαι καλα…». Ενας αντίλαλος ευγνωμοσύνης
 απλωνόταν στο περασμά της. Οι ψυχές και τα χέρια τους σα να τολμούσαν τωρα ν αγγιξουν τον ουρανό που, κάπως αναπαντεχα, ειχε αποφασισει να τους χαρίσει όσα τους ειχε στερήσει για τόσα μα τόσα πολλα χρόνια…

…Κι όμως, τα χρονια περνανε κι η μικρη Σταχτη μεγαλωσε. Και καθως μεγαλωνε ολο και περισσοτερο αρχισε να μοιαζει με τους μεγαλους. Και όπως σε όλους είναι γνωστο, υπάρχει κάτι που ενας μεγάλος, σιγουρα δεν εχει το δικαιωμα να ειναι: Παιδί! Ετσι λοιπον όπως παυει να είναι παιδι χανει και τα χαρισματα που εχει τις περισσοτερες φορες ένα παιδι. Και ένα από αυτά είναι η φαντασια. Κάποιο άλλο είναι η πιστη πως,  ισως και τα πιο απιθανα πραγματα μπορουν να γινουν αληθινα. Σιγα σιγα η Σταχτη εχασε και η ιδια, όπως τόσοι κι αλλοι τόσοι πριν από εκεινη, τη φαντασια της και μαζί την πίστη της στην ουτοπία…

 …Το κακό φάνηκε απο τα λουλουδια. Δεν τα φροντιζε όπως παλιά. Στην πραγματικότητα δεν έβγαινε καθόλου πια, κατω από τα μεγάλα φεγγάρια, για να φυτρωσει νέα. «Δεν εχω χρόνο», έλεγε. Με τον καιρό εγκατέλειψε τα φυτά στην τύχη τους. Υστερα κι η βροχη ερχόταν ολο και πιο σπανια μεχρι που δεν εμφανιστηκε ποτε ξανα. Τα απεραντα πολύχρωμα λιβαδια, στην αρχη πηραν ένα χρωμα γκριζο, σχεδον σταχτι και μετα ξεραθηκαν τα πάντα μονομιάς και τα σκόρπισε ο αερας εδώ κι εκεί… Τότε ξαναρθαν στο μυαλό της εκείνα τα  σκονισμένα  λόγια του Γιοβερ. «…Ποτέ μην ξεχάσεις…»

… Η διψασμενη ερημος εμφανιστηκε ξανα κι η Σταχτη μελαγχόλησε… Οι ανθρωποι που ειχαν μαθει αλλιως όλα αυτά τα χρονια ξεχασαν γρήγορα και τις ευχαριστιες τους και τις ευγνωμοσυνες τους για το μικρό κορίτσι με το γκρίζο σημάδι στον ώμο, που τωρα πια ήταν απλώς μια κανονική, πολύ συνηθισμένη γυναίκα σαν και τους ιδιους…

Κι οσο οι μερες περνουσαν τοσο μεγαλωνε κι η στενοχωρια της. Οι ζωες των ανθρωπων εγιναν και παλι βαρετες, σκοτεινες και μονοτονες, το ίδιο με το βλέμμα στα μάτια τους, κάτι που θα μπορούσε να θυμίζει ένα πολύ μακρινό και ίσως για τους περισσοτερους ξεχασμένο παρελθόν… Η Στάχτη ενιωθε μόνη …

Ωστόσο, πάντοτε, η ζωή εχει τη μοναδική ικανότητα να αγκαλιάζει με τον ίδιο τρόπο κάθε τελος και κάθε αρχη, χωρίς να κάνει διακρίσεις. Κι ετσι πλησίαζε η ωρα που η Στάχτη θα εφερνε στο φως το πρωτο της παιδι. Ηταν σαν Αυγουστος και ξαφνικα τη νυχτα της πρωτης πανσεληνου ο ουρανος γεμισε από φεγγαρι. Τοτε ηταν όταν και οι πονοι μεγαλωσαν. Οι πονοι εφεραν ταραχη, κι η ταραχη αγωνια. Κι ύστερα οι ανθρωποι… Ανθρωποι πολλοι μεσα στο μικρό δωματιο, η μητερα, ο πατερας, οι γειτονες, ολο το χωριο! Μπροστα από τα ματια της σκεψης της, περνουσαν σαν ανομοιες σταγονες βροχης, οι πιο σημαντικες στιγμες της ζωης της˙ όταν ηταν μικρη κι ηθελε ν αλλαξει τον κοσμο. Κι όταν σκεφτόταν πως, ισως θα ΄ταν κατι καλο, ακόμη κι αν απλά προσπαθούσε να τον ομορφυνει. Και είπε μέσα της ότι ισως και να τον ειχε αλλαξει λίγο…για λιγο… Στη συνεχεια θυμηθηκε το πρωτο της λουλουδι. Υστερα εφερε στο νου της  την πρωτη και τελευταια, μαζί, φορα που συνάντησε τον Γιοβερ˙ τις πρωτες βροχές, τον πρωτο της κηπο…

Στιγμη τη στιγμη, σκεψη τη σκεψη, οι πονοι ερχονταν και ξαναρχονταν πιο δυνατοί και ακομα δυνατότεροι, ωσπου οι κραυγες τους σκέπασαν τις φωνες και το μουρμουρητο των ανθρωπων˙ κι αμέσως σιωπη… για μια στιγμη… Και μετα κλαματα! Και τέλος γελια δυνατα, ευχες και χαρες! Και οι ωρες πέρασαν έτσι και ηρθε η αυγή.

… Η Σταχτη πηρε το μωρο στην αγκαλια της. Το δωματιο ειχε αδειασει. Τώρα ένιωθε καλύτερα. Ειχε μπροστα της το διχως άλλο, για πρωτη φορα μετά από καιρό, ένα θαύμα και θαυματα δεν συνεβαιναν συχνα σε τουτον τον τόπο…. Και τότε, εκεινη ακριβως τη στιγμη αρχισε να συμβαίνει κάτι παραξενο, μα όχι ξενο. Το προσωπο και το σωμα του μωρου της, λες και αλλαζαν σχημα, χρωμα και μορφη μέχρι που έγιναν ένα πανέμορφο λουλουδι. Της Σταχτης το λουλουδι! Ετσι φαντάστηκε. Αυτό πιστεψε! Και ηταν αρκετο…

Ενας ρακένδυτος περαστικός με μια φλογέρα στην τσεπη του στάθηκε  στο παράθυρο και κοίταξε φευγαλέα μέσα. Είδε πως χαμογελούσε. Κι αν έμενε λίγο ακόμα, θα άκουγε και τα δυνατά της γέλια να διώχνουν μακριά τη θλίψη, τόσο μακριά που ίσως και να μην επέστρεφε ποτέ ξανά. Σήκωσε το κεφάλι της στρεφοντας τα ματια ψηλά, στον ουρανό, που άξαφνα είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει˙ κι ας είχε μόλις καλα καλα ξημερώσει. Υστερα, γυρισε  στο παιδί της εμεινε ακίνητη και χωρίς να ανασαίνει, ευχήθηκε με όλη τη δύναμη της ψυχής της να μη μεγαλώσει σ΄έναν τέτοιο ξερότοπο…Και καθως εσβηναν οι σκεψεις και οι ευχές της, στην αρχη από μακρια κι μετά από ολο και πιο κοντα, αρχισε ν’ αστραφτει και να βροντα. Ο ουρανος σειστηκε απ τη μια ακρη στην αλλη! Η Σταχτη κρατούσε το νεογεννητο κοντά στην καρδιά της, σκυβοντας αργα πανω του, ψιθυριζοντας το ονομα του. «Βροχη! ετσι σε ειπα…» Τα δακρυα της κυλησαν πανω στο προσωπο του κι εκεινο παντα με τα ματια κλειστα αφουγκραζοταν τους πρωτους ηχους του κοσμου… Ειχε ξεκινησει να βρεχει…

 

 

 

Η ΛΥΚΑΙΝΑ ΠΟΥ ΜΙΛΟΥΣΕ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

wolf-indian Ο Κακός λύκος και τα τρία γουρουνάκια,

η Κοκκινοσκουφίτσα και ο κακός ο λύκος,

οι λυκάνθρωποι… Πάντα η ίδια σχεδόν ιστορία!

Τι θα μπορούσε, άραγε, να μας πει μια λύκαινα αν μιλούσε τη γλώσσα μας;

DSCF1995

  Μια φορά κι έναν καιρό κοντά στο σήμερα ή στο χτες, σε ένα όχι και τόσο μακρινό ή κοντινό δάσος, ζούσε μια οικογένεια λύκων. Τα μικρά λυκάκια έπαιζαν χωρίς σκοτούρες όλη τη μέρα και το βράδυ τραγουδούσαν κοιτάζοντας το φεγγάρι. Ιδιαίτερα όταν αυτό σκόρπιζε το θαμπό, μελαγχολικό  αλλά ζεστό του φως πάνω από το δάσος αλλά και πάνω από ολόκληρη τη γη, τραγουδούσαν για ώρες κοιτάζοντάς το σκαρφαλωμένα πάνω στα βράχια που σχηματίζονταν εκεί που τέλειωνε το δάσος. Αρκετές φορές μαλιστα το χρόνο το φεγγάρι όπως όλοι ξέρουμε, ανατέλλει τεράστιο κρύβοντας το φως των αστεριών και τότε μοιάζει σαν ο ήλιος να έχει μισόκλειστα ματια. Ετσι λαμπερές ήταν οι νύχτες που τα μικρά περνούσαν το χρόνο τους μέσα στο δάσος που ζούσαν… Hρθε όμως ο χειμώνας κι η τροφή λιγόστεψε κι ήταν πολύ δυσκολο να βρεθεί. Τότε όπως κάθε χειμώνα, ο πατέρας τους άφησε τη φωλιά και περιπλανώμενος για βδομάδες μέσα στην κατάλευκη ερημιά, μαζί με τους αρσενικούς λύκους της αγέλης αναζητούσε το φαγητό της οικογένειάς του με πολύ κόπο, πολύ μακριά απ’ το σπίτι. Κι οπως κάθε λύκος είχε τεράστια αντοχή και μπορούσε να διασχίσει χιλιόμετρα, ολόκληρες εκτάσεις κάθε μέρα για αυτόν ακριβώς και μόνο το λόγο. Για να μεγαλώσει τα παιδιά του. Και έτσι η λύκαινα έπρεπε να είναι δυνατή όσο κρατούσε ο χειμώνας, περιμενοντας.

Τα μικρά λυκάκια περνούσαν την περισσότερη ώρα με τη μητερα τους. Εκείνη έπρεπε, να τα φροντίζει, να παίζει μαζί τους και να τα εκπαιδεύει ώσπου αργότερα όταν θα μεγαλωναν να μπορουν να επιζησουν και μονα τους. Ομως είχε και το μεγαλύτερο καθήκον από όλα. Να τα προστατεύει από τα άλλα ζώα του δάσους. Θα μπορούσαν να κινδυνεύσουν για παράδειγμα από μια πεινασμένη αρκούδα που μετα τον βαρυ υπνο του χειμώνα είναι ικανη να φαει ό,τι βρει μπροστα της. Αλλα η μαμα λύκαινα δεν αστειεύεται. Ακόμα κι έτσι όμως ο μεγαλύτερος εχθρός των λύκων δυστυχώς είναι ο άνθρωπος κι αυτό το ξερουν όλοι οι λύκοι. Κι έτσι τα φερε η τυχη κι ο καιρός που ένα χειμωνιατικο βράδι χωρίς φεγγάρι χωμένα βαθιά μεσα στη σπηλιά τα μικρα ρώτησαν τη μητερα τους.

–          «Μαμα γιατί οι άνθρωποι μας μισούν και θελουν να μας σκοτώσουν; Γιατί δεν μας αφήνουν να περπατάμε ανέμελοι στο δάσος;»

Ο πατέρας λύκος έλειπε ήδη πολλές μέρες και το γάλα τέλειωνε. Κι έτσι η λύκαινα αποφάσισε ότι ήρθε η ώρα να τους πει μια ιστορία που όλες οι λύκαινες λένε στα μικρά τους από γενια σε γενια˙ ένα παραμύθι για να κοιμούνται, αλλα κυρίως για να γνωρίζουν. Να μαθαίνουν την αλήθεια.

–          «Αγαπημένα μου παιδιά για να σας εξηγησω γιατί οι άνθρωποι μας μισούν ή μας φοβούνται και μας αναγκάζουν συνεχώς να μετακινούμαστε σε άλλα μέρη πιο απάτητα πρέπει να ξεκινήσω από παρα πολύ παλιά. Δεν ήταν παντα λοιπον έτσι τα πράγματα με μας και με τους ανθρώπους. Γιατί η αλήθεια είναι πως υπήρχε  μια εποχή στις αρχές του χρόνου όταν όλοι ζούσαμε σχεδόν αδελφωμένοι πάνω σε αυτή τη γη. Κι υπάρχει ίσως από πάντα ένας μύθος που τον ξέρουν και οι λύκοι αλλά και οι άνθρωποι. Μα ίσως οι λύκοι να τον θυμούνται κάπως καλύτερα. Κι αυτός μύθος μιλάει για μια λύκαινα που κάποτε, την εποχή όταν ο άνθρωπος άρχισε να χτίζει τις μεγάλες του πολιτείες του είχε κανει πολύ μεγάλο καλό.»

–          «Και ποιο καλό έκανε στους πιο αγριους  κυνηγούς μας αυτή η λύκαινα μαμα; Και πώς μπόρεσε να γίνει αυτό;» ρωτουσαν να μάθουν οι μικροί της λύκοι.

–          «Ακούστε λοιπόν. Της λύκαινας αυτής της είχαν κλέψει τα παιδιά της. Γιατί από τότε που αρσενικό της οικογένειας ο δυνατός της λύκος είχε ήδη και αυτός χάσει τη ζωή του από τα βελη κάποιων ανθρώπων εκεινη ειχε απομεινει μονη της για να τα προσεχει. Κι ετσι, μια μέρα ενός πολύ σκοτεινου χειμώνα που εκεινη είχε πάει να ψαξει για τροφή μια τεράστια μαύρη σκια με γαμψά νυχια σκεπασε τη σπηλιά που φυλαγε τα μικρά της. Κατέβηκε από τον ουρανό, βγάζοντας μια στριγγλιά, άρπαξε τα μικρά και αφου σηκωθηκε στον αερα ξαναχάθηκε μέσα στα συννεφα μέσα σε μια στιγμη. Κανείς δεν μπορούσε να κάνει τίποτε. Γιατί ενας τεράστιος γυπαετός περίμενε παρακολουθώντας τη σπηλιά για πολλές μέρες πετώντας με τα φτερά του απλωμένα κι ακίνητα κάνοντας κύκλους, αμέτρητους κύκλους.  Κι όταν είδε τη σπηλια αφύλαχτη από τη μάνα, έπεσε σαν τον κεραυνό πάνω στα μωρά τα πήρε με κεινα τα γαμψα του νύχια ψηλα, πολύ ψηλά στον ουρανό και κανείς δεν τα ξανάδε από τοτε.  Όταν η λύκαινα επέστρεψε στη σπηλια, ωρες μετα, τη βρηκε ερημη και αδειανη. Αυτή λοιπόν η λύκαινα τρελάθηκε από τον πονο που ενιωσε˙ κι από κείνη τη στιγμη και για πολύ καιρό δεν περασε ουτε μια μέρα μα ουτε και μια νύχτα που να μην έψαξε τα παιδιά της σε ολόκληρη τη γη. Γιατι δεν ηθελε να το πιστέψει πως τα μικρα ειχαν χαθει για παντα κι έλεγε μεσα της πως αν συνεχιζε να ψάχνει, κάπου στον κόσμο θα έσμιγε ξανά μαζί τους. Και πολλοι είπανε πως αμετρητα φεγγαρια ήρθαν κι εφυγαν κι όμως η λύκαινα που τρελαθηκε δεν ξεκουραστηκε και δεν κοιμηθηκε ποτε πια. Και είπανε ακόμη πως όταν εβγαινε η πανσεληνος, το μεγαλύτερο των φεγγαριων, μπορούσες λέει να δεις, από μεσα της να ξεπροβαλει η μορφη της λύκαινας που αναζητούσε τα παιδια της λες κι ειχε γινει η ιδια το φεγγαρι.

Ο καιρός λοιπόν περνούσε κι η λύκαινα ολομόναχη πια, περιπλανιόταν ασταμάτητα ώσπου ξαφνικά μια μέρα καθως μυριζε ματαια το χιονισμενο χωμα, σηκώντας τα μάτια γεμάτα αγωνία και κοιτάζοντας τριγύρω, έγινε κάτι αναπάντεχο. Ακουσε από κάπου μακριά κάτι σαν κλαμα. Της λύκαινας της φάνηκε ότι είχε επιτελους βρεί μετα απ’ όλα αυτά τα χρόνια τους χαμένους τους λύκους. Τότε τινάχτηκε από τα δύο πίσω δυνατά της πόδια με τρομερή ταχύτητα και σαν λυσσασμένη έτρεξε μίλια ολοκληρα χωρίς σταματημο μέχρι να φτάσει εκεί από όπου ακούγονταν τα κλάμματα. Μέχρι που έφτασε εκεί που έπρεπε εκεί που ήθελε να φτάσει. Κι όταν επιτελους έφτασε αυτό που αντίκρισαν τα πεινασμένα για αγαπη μάτια της ήταν ένα καλάθι κάτω από ένα δέντρο. Και μέσα απ’  αυτό το καλάθι καθως πλησίαζε άκουγε όλο και δυνατότερα τα κλάμματα που την είχαν οδηγήσει, λαχανιασμένη ως εκεί. Κι όταν πλησίασε κι άλλο ειδε μεσα στο καλαθι δυο μωρά ανθρώπων που οι ιδιοι τα είχαν εγκαταλείψει εκει μακρια απ’ τον κόσμο τους ποιος ξερει γιατι˙ μα τα μωρα θα πεθαιναν στα σιγουρα ή απ την πεινα ή από καποιο πεινασμενο ζωο του δασους. Κι η λύκαινα απ΄την άλλη από τον πολύ καιρό που έψαχνε και την κουρασή της αλλά κι από τον πόθο  της να ξαναδει  τους μικρούς της λύκους είπε μέσα της ότι αυτά τα παιδιά ήταν τα δικά της χαμένα παιδια. Κι έτσι χωρίς να χάσει λεπτο άρπαξε το καλάθι με τα δόντια της και με μεγάλη προσοχή τα πήρε σε μια σπηλια και τα μεγάλωσε με το γάλα της και τα φρόντισε και τα προφύλαξε με μεγάλη πίστη και πάθος σα να ήταν δικα της. Κι όταν έβγαινε να κυνηγήσει την τροφή που χρειαζόταν για να χει πάντοτε γάλα έσπρωχνε με τα μπροστινά της πόδια, έναν μεγάλο βράχο και σφράγιζε την είσοδο της σπηλιάς. Κι ετσι ηταν πια σιγουρη πως τα παιδια της ήταν μακρια από κάθε κινδυνο˙ γιατι ούτε μια μικρη σαύρα δεν χωραγε να περάσει μέσα στην σφαλισμένη φωλιά της λύκαινας. Ε, και για να μην τα πολυλογώ αυτά ήταν τα πρώτα παιδιά ανθρωπων κι όχι λυκων όπως ήθελε να πιστευει η λύκαινά μας που μεγάλωσαν κι ανατραφηκαν με το γάλα ενός λύκου. Κι ηταν οι πρώτοι άνθρωποι που έζησαν σαν λύκοι μαζι με τους λύκους, μεχρι που ηρθε η στιγμη να γίνουν δυο δυνατοί άντρες. Οι πιο γέροι από τους λύκους μάλιστα λένε ότι ο ένας από αυτούς τους δύο λυκοαναθρεμμένους άντρες έχτισε αργότερα, μια μεγάλη πόλη. Μια πόλη που σαν κι αυτή δεν υπήρχε ως τότε άλλη στον κόσμο των ανθρώπων. Απέραντη και πανέμορφη. Λένε μάλιστα ότι η πόλη αυτή συνεχίζει να υπάρχει ακόμα και σήμερα.»

–          «Και ποια είναι αυτή η πόλη μαμα;» Ρώτησαν τα μικρά.

–          «Σ’ αυτό δεν μπορω να σας απαντησω δυστυχώς γιατι η γλώσσα μας είναι πολύ διαφορετική από τη γλώσσα των ανθρώπων. Αλλωστε εμείς είμαστε πλάσματα του δάσους της στέπας και των βουνών και μόνο εκεί μπορούμε να είμαστε ελεύθεροι. Κι έτσι δεν ξέρω ποια πόλη μακρινη ειναι αυτή. Κι οσο για τους ανθρωπους που ζουν σε μεγάλες πολιτείες παλι δεν ξέρω κι ουτε μπορω να πω αν είναι ελεύθεροι στ’ αληθινα. Ο μύθος αυτης της λύκαινας όμως λέει ότι ίσως ο άνθρωπος έχει λιγότερη συμπόνοια  και αγάπη φυλαγμενη για τους λύκους από ότι εκείνοι για τον ιδιο.»

Τα μικρά κοιτούσαν το ένα το άλλο κι όλα μαζί την μητέρα τους με απορία. Τη ρωτούσαν «πως μπορουν οι ανθρωποι να μας κυνηγουν για να μας σκοτωσουν αφου καποτε μια λύκαινα τους εκανε τετοιο καλο. «Γιατί ο χρόνος περνάει» απάντησε εκείνη «και οι άνθρωποι ξεχνούν πολύ γρηγορα. Και με τα χρονια και τους πολλους χειμωνες ήρθαν εποχές σκοτεινές που οι άνθρωποι αφου εγκατελειψαν τη φύση άρχισαν και να τη φοβούνται. Και σιγα σιγα ξεκινησαν να λένε ψέμματα πολλά ψέμματα για μας. Ότι ταχα οι λύκοι ζουν και υπάρχουν για να κατασπαράσσουν τους ανθρώπους. Και μετά κάποιος είπε  ότι είχε δει με τα ίδια του τα μάτια λύκο να δαγκώνει άνθρωπο κι αυτόν τον ανθρωπο να γινεται ο μισός λύκος, κάθε που έβγαινε το μεγάλο φεγγάρι. Κι ύστερα είπαν ότι οι λύκοι κουβαλουν μια κατάρα.  Κι ότι κι αυτός που θα τον δαγκώσει λύκος τη νύχτα του μεγαλου φεγγαριου, σπέρνει με τη σειρά του αυτή την κατάρα και στους άλλους ανθρώπους. Και πανω σε τουτα τα ψεματα πατησαν εκεινοι, όχι λίγοι, που είχαν για συνήθεια μα και δουλειά τους να κυνηγουν λύκους και να πουλάνε τις γούνες τους σε κυρίες με πολλά χρήματα και φορέματα από μετάξι»

Τα μικρά λυκάκια έδειχναν σαστισμένα κι ανήσυχα με αυτά που άκουγαν. Το μόνο που ήθελαν ήταν να ζουν ελεύθερα στη φύση, να τρέχουν και να παίζουν μέσα στο δάσος και να τραγουδάνε κάτω από την πανσέληνο˙ όχι να τρώνε ανθρώπους. Τους ανθρώπους τους έτρεμαν γιατί ήταν πολύ δυνατοί και είχαν πολλά όπλα που έβγαζαν φωτιά κι έκαναν μεγάλο κρότο. Πώς θα μπορούσαν να τα βάλουν ποτέ μ’ αυτούς; Η μαμά λύκαινα είδε τη μεγάλη αγωνία στο βλέμμα τους και τότε αμέσως είπε χαμογελώντας

–          «Φυσικά όλα αυτά είναι στη φαντασία των ανθρώπων και πουθενα αλλού. Ομως έχουν μπλεξει την φαντασία με την πραγματικοτητα κι ετσι μας αναγκάζουν να αλλάζουμε σπίτι και πατρίδα συνεχώς για να γλυτώσουμε από το κυνηγητό τους και να επιβιώσουμε όπως προσπαθουν να κανουν και όλα τα πλάσματα της φύσης στον κόσμο αυτό. Αλλά μη νοιάζεστε εσεις γι αυτό μικρά μου, γιατί δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι. Υπάρχουν κι εκείνοι που μας προστατεύουν από τα όπλα των κυνηγών και φωναζουν την αλήθεια για μας. Και πραγματι υπαρχουν σε χωρες μακρινες, φυλες των ανθρωπων που δεν μας φοβουνται και ουτε κι εμεις τους φοβομαστε˙ γιατι κι αυτοι ζουν ακομα κοντα στη φυση, όπως κι εμεις κι ετσι μπορουν ακομα να δουν την ψυχη και των δεντρων και των ποταμων και των ζωων. Αυτοι οι καλοι ανθρωποι ήταν από πάντα φίλοι πραγματικοι με τους λύκους κι ετσι παρεμειναν ως τα σημερα. Κι όποτε μας βλέπουν είναι σα να βλεπουν τον πιο παλιο τους φιλο. Κι ετσι σεβομαστε ο ενας τον αλλον και ζουμε ειρηνικα σχεδον διπλα ο ενας με τον αλλον.”

–          «Αυτό είναι πανέμορφο μαμά» είπαν τα μικρά που τωρα προσπαθούσαν να κρατήσουν τα ματάκια τους ανοιχτά γιατί η αργη βαθεια φωνη της μητερας τους, εφερε τον γλυκο υπνο πανω από τα ζεστα κεφαλια τους. «Κι ακουστε και τουτο τελευταίο» ειπε εκεινη συνεχιζοντας, χωρις να περιμενει καποια απαντηση. «Ξερω για μια λύκαινα που εζησε πολλούς αιώνες μετά τη λύκαινα του μύθου˙ μια λύκαινα που κι εκείνη όπως η πρώτη περπατούσε για μηνες χωρίς σταματημό ψάχνοντας για το καλύτερο μερος που θα εκανε το σπιτι της, χιλιαδες χιλιόμετρα κυνηγημένη από τους ανθρώπους μακριά απ’ τον τοπο που γεννηθηκε γυρνώντας σαν όλους τους προσφυγες εδω κι εκει. Στον πιο όμορφο και όχι στον πρωτο τόπο που θα βρισκε, φανταζόταν ότι θα γεννουσε τα παιδια της κι αλήθεια η ωρα της γεννησης τους πλησίαζε κι ολο πλησιαζε. Ένα σούρουπο λοιπόν, έφτασε σε μια χώρα αλλιώτικη, ένα μέρος μακρια, μίλια μακρια από τα οπλα και τις πολεμικές κραυγές των ανθρωπων. Και καθως βάδιζε, μετά το αδιάκοπο και ακούραστο τρεξιμο της κι αφού ο λύκος της είχε φυγει από κοντά της για να φερει τροφη αφήνοντας τη μόνη εκείνη έφτασε σενα ποταμι με καθαρό νερό που λαμπύριζε από το φως του φεγγαριου.. Κι έσκυψε να πιει νερο γιατι μηνες είχε να βρεί ένα τέτοιο ομορφο ποταμι. Και άλλες μέρες πολλες είχε να πιει νερο να ξεδιψάσει. Όμως όταν έσκυψε να πιει νερό από τα φωτισμενα νερά του ποταμου κατάλαβε ότι δεν ήταν μόνη…» Η λύκαινα έπαψε να μιλα για μια στιγμη κοιταξε τα μικρα της που πια ειχαν αποκοιμηθει, μετα καρφωσε το βλεμμα στην εξοδο της σπηλιας σα κατι να θυμοταν και συνεχισε: «Γιατι ενιωσε την παρουσία ενός ανθρώπου εκεί κοντά της. Σήκωσε το κεφάλι της κι είδε να την κοιταζει ήρεμα, χωρις εχθρα ένας άνθρωπος σαν να τανε κι ίδιος λύκος˙ ένας ανθρωπος που φαινόταν από αυτη την πρώτη ματιά πως δεν ήταν από κεινους που είχε συνηθίσει να φοβαται.  Κι αυτός ο άνθρωπος είχε κόκκινο πρόσωπο κι ένα μαντήλι δεμένο γύρω από τα γκρίζα μακριά μαλλιά του και  στεκόταν στη μέση του ποταμου πατώντας πάνω σε μια μεγάλη πέτρα που είχε τις ρίζες της στον πάτο του ποταμού.  Και οι δυο τους κοντοστάθηκαν και κρατησαν τα μετρα που τους χωριζαν. Η λύκαινα τον κοίταξε στα μάτια κι αμεσως το καταλαβε πως δεν κινδυνευε. Γιατι απ’ τα ματια του ξεχείλιζε ένα αληθινο καλωσόρισμα, καθως μαλλον απ’ τη δικη του πλευρα ο ανθρωπος εκεινος ξαναβλεπε μια λυκαινα, ποιος ξερει μετα από ποσο καιρο, στα μερη ετουτα. Της λύκαινας της φάνηκε ότι δεν ειχε στο προσωπο ουτε φοβο ουτε και μισος. Αλλα ο κόκκινος άνθρωπος με τα μακριά γκρίζα μαλλιά της μίλησε γιατί νόμισε ότι της έφερε ταραχή. Η γλώσσα του ομως δεν ήταν λαλια. Γιατί υπάρχει μια γλώσσα που είναι για όλα τα πλασματα της φυσης ίδια και με αυτη τη γλωσσα μπορούμε και μιλαμε χωρίς να βγάζουμε ούτε έναν ήχο. Είναι η γλώσσα του βλέμματος που καθρεφτίζει αυτό που πιο βαθεια κρυμμένο βρίσκεται˙ τη γλώσσα της ψυχής. Και ειπε ο άνθρωπος κοιτωντας τη με τα ματια στα ματια και χωρίς να πει ουτε μια λέξη:

–          «Καλώς ήρθες ξανά στα δάση μας παλιέ κι αρχαίε, φίλε, μετανάστη. Κι εδώ που έφτασες γοργα θα καταλάβεις πως είμαστε όλοι μετανάστες κυνηγημένοι από τον ίδιο εχθρό. Ομως εμεις θα μοιραστούμε το δάσος και τα βουνα και τα βράχια μας σαν να μένουμε στο ίδιο σπίτι. Γιατί εδώ είναι τώρα το σπίτι μας και αύριο μπορεί να είναι κάπου αλλου ακόμα πιο μακρια από δω. Μαθε ότι μας έλειψες όλα αυτα τα χρόνια. Μας έλειψες πολύ. Γιατι εσυ εισαι εμεις κι εμεις ειμαστε συ. Μακάρι να μείνεις για πάντα όπως παλια, όπως κάποτε. Και να χεις πίστη στην καρδιά σου ότι μια μερα θα μαστε ελευθεροι. Πήγαινε τωρα με την ευχη όλων μας και για όσο είσαι κοντα μας, μη φοβηθείς ποτέ ξανα τους ανθρώπους.»

«Κι αυτή τη γλώσσα του μυαλού και της ψυχής η λύκαινα την κατάλαβε πολύ καλά. Κι ακομα καταλαβε ότι σε τουτο τον τοπο θα γεννουσε και θα μεγαλωνε τα παιδια της. Και τραβηξε ο καθένας το δρόμο του καθώς νύχτωσε πια και η πανσέληνος ειχε ανατείλει.»

Και μ’ αυτά τα τελευταια λόγια έσφιξε περισσότερο τα μικρά της κοντα στο ζεστο της σωμα και αφού τα φίλησε με στοργή σώπασε και βυθιστηκε στις σκεψεις της…

Και εκείνη, η λύκαινα που μιλούσε με τους ανθρωπους, συνέχιζε να κοιτάζει περα απο την εξοδο της σπηλιάς ακούγοντας το χιόνι να πέφτει έξω βαρύ  περιμένοντας με αγωνια…Αυριο ξημερωνε άλλη μια δυσκολη μερα στην ερημια…

 

ΤΟ ΜΠΙΖΕΛΙ ΠΟΥ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΝΤΟΜΑΤΑ

pea thinkin Ένα μικρό, κοινό μπιζέλι τολμά το απίθανο˙ μια μετάλλαξη.

Θα τα καταφέρει; Κι αν ναι, τι πρόκειται

να ανακαλύψει  πολύ σύντομα;

DSC01113

TΟ ΜΠΙΖΕΛΙ ΠΟΥ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΝΤΟΜΑΤΑ

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα μικρό πράσινο μπιζελάκι. Ζούσε σε κάποιο μεγάλο πολύχρωμο κήπο με λογής λογης φυτά, λουλούδια και ζαρζαβατικά και φυσικα με πολλά – μα πάρα πολλά – επίσης πράσινα μπιζελάκια. Κάθε πρωί, το  μικρό πράσινο μπιζέλι, απολάμβανε το θερμό γαργαλητό του ήλιου στον κήπο, καθώς εκείνος ξεκινούσε κι ανέβαινε σταθερά κι αποφασιστικά πάνω απ’ το φράχτη που είχαν χτίσει οι άνθρωποι για να μην το σκάσουν μακριά τα φυτά, αν και … αυτό μάλλον είναι μια άλλη ιστορία… Ύστερα, λοιπόν, προς το μεσημέρι, ξεδιψούσε αργοπίνοντας απ’ το δροσερό, βουνίσιο νεράκι, και τα βράδια ξενυχτούσε χωρίς σκοτούρες παρέα με τα υπόλοιπα μπιζέλια κάτω από τον υπέροχο νυχτερινό ουρανό. Κεντημένος φαινόταν ολόκληρος έτσι όπως σκορπιζαν τ’ αστέρια σε όλο του το μήκος και το πλάτος. Πόσο όμορφα ήταν όλα τούτα μα και πόσο βολικά έμοιαζαν κιόλας απ’ την άλλη είναι η αλήθεια… Τα πάντα ήταν τέλεια! Εκτός … εκτός από ένα  μικρό πρόβλημα …Ένα μικρό πρόβλημα που παντως εδώ και λίγες ωρες γινόταν μεγαλύτερο κι όλο και μεγάλωνε μέσα στο μικρό πράσινο στρογγυλό του κεφάλι. Ποιο ήταν όμως αυτό το πρόβλημα; Τίποτα περισσότερο μα και τίποτα λιγότερο από μια φράση που είχε ακούσει εκείνο ίδιο, μοιραίο πρωί από ανθρώπινα στόματα. Γιατί ο κήπος βρισκόταν ακριβως κατω –όπως ανοιγες την πόρτα αριστερα – από το σπίτι δυο ανθρώπων. Ας τους λεμε “οι ανθρωποι του κήπου”. Οι ανθρωποι του κήπου λοιπόν, είχαν κατέβει στο περιβόλι τους, όπως συνήθιζαν καθημερινα, για να μαζέψουν τα φρέσκα λαχανικά τους. Κι όπως περάσανε δίπλα από τα μπιζέλια έπιασαν ψιλή κουβέντα για το ποια από τα μπιζέλια ήτανε τα καλύτερα. «Έλα μωρέ» λέει ο ένας «πάρε απ’ όποια να ναι. Ετσι κι αλλιως όλα τα μπιζέλια ίδια είναι!» Κι ο άλλος, αλήθεια είναι, δεν το αρνηθηκε.

Ωστόσο στο μικρό μπιζελάκι δεν άρεσε καθόλου αυτό! Κι όπως συμβαίνει στον καθέναν από μας, είναι να μη σου καρφωθεί μια κουβέντα στο μυαλό. Ακόμα και μέσα στον μικροσκοπικό, σχεδόν ανυπαρκτο, εγκέφαλο ενός μπιζελιού μια τέτοια – και κάθε τετοια – τυχαία, ασήμαντη φράση γίνεται βαριά κι ανυπόφορη σκέψη. Κι ετσι το βραδυ το μπιζελι μας ειχε αϋπνιες. « Ώστε έτσι λοιπόν, ε;» μονολογούσε. «Όλα τα μπιζέλια είμαστε ίδια; Mα εγώ δεν είμαι ίδιο με τα άλλα, τουλάχιστον δε νιώθω έτσι. Είμαι πολύ διαφορετικό. Ε όχι λοιπόν κύριε, αυτό δεν μπορεί να περασει έτσι!» Tο μικρό μας μπιζέλι σύντομα και χωρίς καν να το καταλάβει, συνέχισε να μονολογεί, όλο και πιο φωναχτα. Αρχισε να γινεται ενοχλητικό, όπως ενοχλεί ο καθένας που χαλάει την ησυχία του διπλανού του. Κι έτσι, τις σκέψεις του αυτές τις άκουσε ένα διπλανό, ηλικιωμένο μπιζέλι, που τσαντισμενο εδώ και ώρα τόσο από αυτές τις ίδιες περίεργες σκέψεις, όσο κι από το ασταμάτητο μουρμουρητό του, άρχισε να ωρύεται τόσο δυνατά που του είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι και είχε γίνει κατακόκκινο:

– «Δε μου λές εσυ, είσαι με τα καλά σου;» φώναζε. «Τι βλακείες είναι αυτές που κάθεσαι και σκέφτεσαι νυχτιάτικα; Φυσικά και είμαστε ίδια όλα τα μπιζέλια. Και δηλαδή εσένα τι σε κάνει να πιστεύεις ότι είσαι κάτι το διαφορετικό; Άσε που δεν μας αφήνεις να κοιμηθουμε κιόλας! Εκτός κι αμα νομίζεις ότι είσαι ο Μαρης  ο Φασολάρης!» Είπε ανακοινώνοντας με σχεδόν επίσημο ύφος ένα όνομα που, το διχως άλλο εμοιαζε γελοίο για τόση επισημότητα. « Αλλά θα σε κάνανε ποτέ εσένα παρέα οι άνθρωποι μωρέ; Όχι! Ξέρεις τι σημαίνει Μαρης παιδάκι μου;» Ολο και φόρτωνε το μεγαλο μπιζέλι που κόντευε τωρα να ξυπνήσει ολόκληρο τον κήπο! «Κι έρχεσαι συ απόψε και μου λές ό,τι ναι. Ε λοιπόν ξέρεις κατι; Έτσι μου ρχεται να βάλω τα γέλια μαζί σου!» Κι αμέσως άρχισε να γελάει δυνατά, τόσο δυνατα που έλεγες ότι θα μείνει στον τόπο. Κάποια στιγμή έ, σταμάτησε, μπορεί να πνίγηκε κι απο το βήχα, φόρεσε βλέμμα βλοσυρό, και είπε στο μικρό μας μπιζέλι: ” Πέσε για ύπνο… Μονο ο Μαρης είναι ξεχωριστός. Αλλωστε είναι ο μόνος που δεν έχουν οι άνθρωποι το δικαίωμα να φάνε. Και δεν είναι καν μπιζέλι! Και κόψε τις παλαβομάρες!”  

… Κουβέντα δεν είχε προλάβει να σταυρωσει το μπιζελάκι μας. Μα πώς του είχε μιλήσει έτσι! Ανεπίτρεπτο. Και ποιος στο καλο ήταν επιτέλους αυτος ο Μαρης; Τέλος πάντων˙ δικιο ή άδικο τα όνειρα είναι σαν φτερα. Σε κάνουν να πετάς. Ηταν σαν καποιος να του είχε ρίξει μια ντουφεκιά γκρεμίζοντάς το από τον ουρανό! Ποτέ πριν δεν είχε νιώσει το μικρό μας μπιζέλι τόσο ταπεινωμένο. Ποτέ πριν δεν είχε νιώσει τόσο ντροπιασμένο. Θα εβαζε στοίχημα ότι εκείνο το βράδυ δεκάδες μάτια μέσα από τον κήπο ήταν στραμμένα πάνω του και το κοιτούσαν επίμονα περιγελώντας το. Κλείστηκε λοιπόν κι αυτό μέσα στο μακρουλό του φύλλο, που ήταν και το σπίτι του, στριμώχτηκε στη γωνίτσα του κι έκλαιγε… Και δεν ήταν ότι ήθελε το καημένο να μοιάσει με κάποιον άλλον όπως ο Μάρης ο Φασολάρης. Αλλωστε, από τα λίγα που ήξερε, υπήρχαν βάσιμες υποψίες σε όλους στον κήπο ότι ο Μάρης δεν ήταν ζαρζαβατικό αλλά ένας κοινός άνθρωπος – κι άσε τι έλεγε ο προβοκάτορας, το μεγάλο μπιζέλι,– τον  οποίο μια πλούσια ξανθια κυρία είχε ντύσει φασόλι και κορόϊδευε τον κόσμο και κυρίως τα παιδια˙ με το αζημίωτο φυσικα! «Μα τι κάνει επιτέλους το σωματείο των φασολιών για όλα αυτα;» αναρωτήθηκε το μπιζελάκι μας. «Ε όχι βέβαια και να γίνω σαν τον Μαρη τον απατεώνα!» σκέφτηκε. «Φυσικά και θα θελα να ξεχωρίσω αλλά σαν λαχανικό, όχι σαν ανθρωπος μεταμφιεσμένος σε λαχανικό!» Πως όμως θα μπορούσε να γίνει αυτό; Γιατί η αλήθεια είναι ότι όλα τα μπιζέλια φαντάζουν ίδια μεταξύ τους, τουλάχιστον στα μάτια εκείνων που οι ίδιοι δεν είναι μπιζέλια …

Οι μέρες λοιπόν περνούσαν και η ιδέα που είχε σφηνωθεί στο μυαλό του δεν έλεγε να ξεκολλήσει με τίποτα. Ωστόσο, κάθε φορα που κάποιος σου απαγορεύει κατι, συμβαινουν απρόβλεπτα πραγματα. Γιατι μπορεί αλλοτε να σου γκρεμίσει τα όνειρα κι άλλοτε πάλι, να τα δυναμώσει ακόμα πιο πολύ. Και στην περίπτωση του μικρού μπιζελιού ευτυχώς ή δυστυχώς συνέβη το δεύτερο. Πείσμωσε! Και πείσμωσε πολύ… Πείσμωσε με το μεγάλο μπιζέλι, που τον είχε ντροπιάσει μπροστά σε όλους, πείσμωσε που του απαγορευόταν να σκέφτεται ο,τι θέλει, πείσμωσε με τον εαυτό του που ήταν μπιζέλι αλλά και με τον Μάρη που κορόιδευε τον κόσμο ότι τάχα ήταν φασόλι! Ωσπου κάποιο απόγευμα τελικά, κατέληξε σε μιαν απόφαση τολμηρή που μάλιστα την ανακοίνωσε αφοβα και καθαρα σε όλη την παροικία των μπιζελιών.

– «Ακούστε το καλά και δυνατά λοιπόν, αφού η απάθεια των περισσοτέρων από εσας και η μιζέρια ορισμένων με έφτασαν στο αμήν: Να ξέρετε πως εγω θα σας αποδείξω ότι είμαι διαφορετικό! Σύντομα, σας αρέσει δε σας αρέσει όλοι σας θα καταλάβετε ότι σκέφτομαι αλλιώτικα, κοιμάμαι αλλιώτικα και ξυπνάω αλλιώτικα! Και καθίστε εσείς εδώ πέρα να κλαίτε τη μοίρα σας! ». Την εμπρηστική αυτή δημόσια προειδοποίηση ακολούθησε μακρόσυρτη σιωπή από τα άλλα μπιζέλια, τέτοια που, δύσκολα θα ξεχώριζες αν ήταν από φόβο ή από αδιαφορία…  

…Αργοτερα το ιδιο βράδυ ατένιζε την άλλη άκρη του περιβολιού παρακολουθώντας αφηρημένα τις ντομάτες, έτσι κατακόκκινες, όρθιες και περήφανες καθώς στεκόντουσαν ανάμεσα σ όλα τα υπόλοιπα. Πάντα συμπαθούσε τις ντομάτες. Ισως και να τις θαυμαζε. Κατά κάποιο τρόπο τις θεωρούσε, ούτε λίγο ούτε πολύ, ένα έργο τέχνης. Και στο κατω-κατω κανεις δεν θα μπορούσε να κατηγορήσει το μικρό μπιζέλι γι’ αυτό. Πραγματι, όπως σκεφτόταν, «Οι ντομάτες μυρίζουν όμορφα, είναι απαραίτητες σχεδόν για τα πάντα, τις εχουν ζωγραφίσει, τις εχουν τραγουδησει, τουλάχιστον απ’ όσο ακούω στις διαφημίσεις που ακούγονται στη διαπασών μέσα από το σπίτι των ανθρώπων, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Όλος ο κόσμος που ξέρω, αγαπάει τις ντομάτες και στην τελική, ποιος θα φανταζόταν ένα περιβόλι χωρίς ντοματιές; Είναι οι σειρήνες του κήπου!» …

Κάπου σε αυτό το σημείο το μικρό μας μπιζέλι άρχισε να διάβαινει τα όρια της φύσης του και να μπαινει σ’ έναν άλλο κόσμο, τον κόσμο του φανταστικού.  Εκεί οπου τα πάντα μπορούν να συμβούν, εκει οπου τα πάντα είναι δυνατα! Κι έτσι όπως το σκεφτόταν και το ξανασκεφτόταν ξαφνικά, εντελώς από το πουθενα, βρήκε επιτέλους τη λύση. Μια δικιά του, ιδιαίτερη λύση…

Κι αμεσως έβαλε μπρος το σχέδιό του… Ένα σχεδιο πολύ απλο, αλλα αυτό δεν ειχε πια καμιά σημασια. Γιατι το μικρό μπιζέλι ξεκίνησε να φουσκώνει, να φουσκώνει, να κοκκινίζει, να κοκκινίζει, ώσπου άξαφνα “ΠΟΠ!” είχε γίνει μια μεγάλη, ζουμερή, κατακόκκινη ντομάτα… «Χα! Τώρα θα δουν», σκέφτηκε θριαμβευτικά «πόσα απίδια βάζει ο σάκος ή πόσα μπιζέλια ή μήπως θα πρεπε να πω πια πόσες ντομάτες;» …Λεπτομέρειες… Και κατέληξε: «Όταν θα λάμψει ο ήλιος όλοι θα με καμαρώσουν και θα καταλάβουν ότι αυτά που έλεγα εγώ τα εννοούσα.»

Το επόμενο χαραμα ανοίγει η πόρτα του κήπου και μπαίνουν μέσα οι δυο άνθρωποι. Τι να δουν όμως φτάνοντας πάνω από τα μπιζέλια; Μια κατακόκκινη παραφουσκωμένη ντομάτα, ολομόναχη!

«Για δες!» λέει ο ένας. « Πώς βρέθηκε ετούτη η ντομάτα μές στα μπιζέλια;»

«Γίνονται αυτά…» του απαντά ο άλλος αδιάφορα, νυσταγμένος ακόμα από το πολύ πρωινό ξύπνημα…

«Λες ε; Όπως και να ναι, καμιά δουλειά δεν έχει μια ντομάτα ανάμεσα στα μπιζέλια»

Και μια και δυο το μπιζέλι που είχε γίνει ντομάτα το παίρνουν και το μεταφυτεύουν εκεί που φύτρωναν οι ντοματιές…

Περήφανο που είχε κατορθώσει να γίνει διαφορετικό και να ξεχωρίσει το μπιζελάκι που τώρα ήτανε μια σωστή ντομάτα, απόλαυσε τον πρώτο του ήλιο σαν ντομάτα, το μεσημεράκι ξεδίψασε με το δροσερό νεράκι του κήπου και το βραδάκι ξενύχτησε παρεα με τις άλλες ντομάτες κάτω από τον, πάντα, υπέροχο νυχτερινό ουρανό. Ηταν ευτυχισμένο…

Και ήρθε με τη σειρα του το επόμενο χάραμα κι οι άνθρωποι του κήπου άνοιξαν για μια ακόμη φορά την πόρτα του και ξεκίνησαν σιγα-σιγα άλλοτε να ποτίζουν, αλλοτε να σκαλίζουν κι άλλοτε να μαζεύουν τα λαχανικά τους. Στην αρχή πέρασαν δίπλα από τα μπιζέλια, μετά από τις πιπεριές, ύστερα από τα κολοκυθάκια και στο τέλος στάθηκαν πάνω από τις ντομάτες συζητώντας για τι άλλο; Μα φυσικά για… ντομάτες. Και να σου πάλι, ψιλή κουβέντα για το ποιες ντομάτες ήταν οι καλύτερες. Και δως του ο ένας «όχι εμένα μου φαίνεται καλύτερη ετούτη εδώ» και δως του ο άλλος «ε, όχι, εκείνη παραδίπλα είναι πιο καλή» μαντέψτε την κατάληξη της συζήτησης: «Τι να σου πω βρε παιδάκι μου, πολύ δεν το κουράσαμε; Και στο τέλος-τέλος να σου πω την αλήθεια, εμένα όλες οι ντομάτες ίδιες μου φαίνονται!»… Ορίστε; Πώς; Τι, ποιος που;…

Το μικρό μπιζέλι που ειχε μεταλλαχτεί σε ντομάτα, έμεινε με το στομα ανοιχτο! Για κάποιο λόγο που δεν μπορούσε να εξηγήσει ένιωθε σα να εκανε συνεχως κυκλους. Ώστε λοιπόν ήταν ξανά κάτι το ίδιο ανάμεσα σε τόσα άλλα που κι αυτά με την σειρά τους ήταν μεταξύ τους ίδια; Mια ακόμη ντομάτα ανάμεσα σε όλες τις άλλες ίδιες, ολόιδιες ντομάτες; Μα… και… όλη αυτή η ιστορία; Το πάθος του για να ξεχωρίσει; Του ερχόταν να βάλει πάλι τα κλάματα. Μια τρύπα στο νερό ειχε κάνει, να τι ειχε κάνει, μια τρύπα στο νερό! Τίποτε δεν είχε καταφέρει ν’ αλλάξει τελικά…

Μήπως είχε δίκιο το μεγάλο μπιζέλι; Μήπως δεν είχε κάνει καλά; Μήπως είχε αρχίσει να τρελαίνεται; Τόσες μα τόσες πολλές ερωτήσεις… Το μεταλλαγμένο μπιζελάκι αμφισβητούσε πλέον ευθέως τον ίδιο του τον εαυτό! Πραγμα παντοτε επίπονο και κακό… Ή μήπως καλό; 

…Πάντως εκεί που στριφογυρνούσε δεξια κι αριστερα πανικοβλημένο, εντελώς τυχαία το ματι του επεσε στα μπιζέλια στην άλλη άκρη του κήπου. Πόσο όμορφα σκαρφάλωναν πάνω στις ξύλινες βέργες τους! Πόσο λαμπερό φαινόταν κάτω από το φως του ήλιου το καταπράσινο χρώμα τους! Πόσο είχε υποτιμήσει τα κακόμοιρα τα μπιζέλια… Την ίδια τη φύση του… Τ’ αδέλφια του… «Το σόι μουουουου!» ξέσπασε σε σπαραχτικούς λυγμούς! …

…Μια κριση ήταν όμως ευτυχως και παει, πέρασε. Και ηρέμησε… Και νοσταλγούσε…

Μάλιστα, του φάνηκε κιόλας πως, σα να θυμήθηκε κι ένα τραγούδι που είχε ακούσει κάποτε από τους ανθρώπους, ένα τραγούδι για κάποιο μπιζέλι που του αρεσε να χορευει ένα χορό από τα βάθη της ανατολής: «Το χοντρό μπιζέλι χορεύει τσιφτετέλι, χορεύει τσιφτετέλι στον χορό των μπιζελιωωών», σιγοτραγούδησε για μια στιγμη το μπιζέλι μας. Μια στιγμη από κεινες που κρατανε μια ολόκληρη αιωνιότητα. Γιατι σαν ακουσαν αυτόν τον παλιό, ξεχασμένο σκοπο τα κολοκυθάκια, εντελώς αυθόρμητα αρχίσαν να χτυπάνε ρυθμικα παλαμακια εκεί δίπλα, πανω στην πρασιναδα και πανω στο γκαζόν! Το μπιζελάκι σαστισε! Μα πριν καλά-καλά προλάβει να συνέλθει, εβλεπε ηδη τα βλητα και το σπανακι ξεσηκωμενα κι αυτά ν’ ακολουθούν χορεύοντας συρτακι, μεχρι κι η μπαμια η μεγάλη το χε ρίξει στο πεντοζαλι. Και μα την αλήθεια, μεσα σε δυο λεπτα, το μπιζέλι βρεθηκε μπλεγμένο μεσα σε μια ξεφρενη γιορτη που ειχε στηθει σ’ολοκληρο τον κηπο˙ ένα πανηγυρι, που ομοιο του δεν ειχε ξαναγινει ουτε στον κοσμο των λαχανικων αλλα ουτε και σ’ εκεινον των ανθρωπων! Και καθώς όλοι τραγουδούσαν και γλεντοκοπούσαν το μικρό μας το μπιζέλι βρήκε τις απαντήσεις του. Γιατί κατάλαβε για τα καλά πως ήταν ένα μπιζέλι και τούτο αρκούσε για να το κανει διαφορετικό. Δεν ήταν ούτε ντομάτα, ούτε πιπεριά, ούτε αγγουράκι, ούτε και φασολάκι. Ηταν, αυτό που ήταν…

 Αργά το βράδυ εκείνης της ίδιας μέρας, όταν όλοι πια είχαν αποκοιμηθεί, εξαντλημένοι από το γλέντι, τους χορούς και τα τραγούδια, το μικρό μπιζέλι, αφού “τα χε σπάσει” ολη μερα κι ολη νυχτα σαν ντομάτα, άρχισε να ξεφουσκώνει, να ξεφουσκώνει, να πρασινίζει κι όλο να πρασινίζει, ώσπου άξαφνα “ΝΤΟΙΝ!” έγινε ξανά ένα μικρό, στρογγυλό, καταπράσινο μπιζέλι! Ετσι, το άλλο πρωί περνώντας οι ανθρωποι του κήπου από τις ντοματιές παρατηρησαν καπου εκεί, ανάμεσα στις ντομάτες ένα τοσο δα μπιζέλι…

«Άντε πάλι! Τι ναι τούτο;» λέει ο ένας κατάπληκτος. «Ένα μπιζέλι καταμεσής στις ντομάτες!»

«Ε, γίνονται αυτά» του απαντάει ο άλλος μέσα από ένα μακρόσυρτο χασμουρητό.»

«Βρε λες; Κοίταξε λοιπόν, κατι μυστήρια πραγματα που συμβαίνουνε! Όπως και να χει πάντως, δεν έχει καμία δουλειά ένα μπιζέλι ανάμεσα στις ντομάτες. Δεν θα μπορέσει καν να επιβιώσει.»

 Και μια και δυο λοιπόν, παίρνουν το μπιζέλι μας και το ξανατοποθετούν μέσα στο φύλλο που βρίσκονταν και πριν μαζί με τα υπόλοιπα μπιζέλια. Ετσι, το μπιζελάκι επέστρεψε εκεί από όπου ειχε ξεκινήσει να ζει την συντομη περιπετεια του. Κι όμως, αυτός ο μικρός ήρωας δεν γυρισε σπίτι του με σκοπό να απολογηθεί. Γύρισε με το κεφάλι ψηλά. Γιατι ο,τι εκανε, το έκανε για να δει τον κοσμο με τα ματια κάποιου αλλου˙ όποιος κι αν ηταν αυτος ο άλλος. Ακομα κι αν ηταν ο ιδιος του ο εαυτός… Λίγο πιο κει στεκόταν το μεγάλο μπιζέλι που του ειχε βάλει τις φωνές μόλις πριν μερικές μέρες. Μα… τι ηταν πάλι αυτό; Ένα μουστακι; Μαλιστα, μαλιστα! Όπως το ακουτε… Το μεγάλο μπιζέλι είχε αφήσει ένα κοντό μικρο μουστακι, να εδω: ακριβως κατω από τη στρογγυλή του μυτη. «Μωρε μπραβο! Πότε πρόλαβε να μεγαλωσει τόσο γρηγορα;» σκεφτηκε το μπιζέλι μας καθως το περιεργαζόταν από απόσταση. «Χμμμ…Να δεις που θα φταίνε τα χημικα που μας ψεκάζουν». Μετά στραφηκε σε όλο το περιβόλι: «Τελικά μου φαίνεται, όλοι μας θέλουμε να ξεχωρίσουμε σ’ αυτόν τον κόσμο», φώναξε με νόημα κι όλοι στον κήπο προσπαθούσαν με το ζόρι να μην ξεκαρδιστούν στα γελια. Πώς; Μα φυσικά και δεν τα καταφεραν! Το μεγάλο μπιζέλι ξερόβηξε κι έκανε ότι δεν άκουγε. Λένε κιόλας ότι τους γύρισε και την πλάτη… Κι απ’ την άλλη το μπιζελάκι κοίταξε γύρω του τον κήπο. Γεμάτος χρώματα, σκούρα κι ανοιχτά, κόκκινα, πράσινα, κίτρινα, πορτοκαλιά. Παντού παρέες από λουλούδια, φρούτα και λαχανικά που μοιράζονταν το ίδιο χωμα, το ίδιο νερό, τον ήλιο, τον  ουρανό και το ίδιο αεράκι. Πήρε μια βαθειά, καθαρή ανάσα. Τα πάντα εμοιαζαν αλλιώτικα τώρα. Γιατί το μπιζέλι που ήθελε να γίνει ντοματα, έβλεπε πια πως, ήταν και το ίδιο, μια μικρή, πρασινη πινελια μέσα στον θαυμαστό πίνακα ενός πανέμορφου κήπου…

 

ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ  

 

Graphicekso

 

 

 

 

 

 

 

Φωτογραφία0049[1]

«Εκείνους τους καιρούς όλοι ήξεραν την ιστορία με τα αδάμαστα άλογα της ελευθερίας…» αναστέναξε ο γέρος λες και απελευθερωνε μια πολύ βαθειά νοσταλγια αρχινώντας  την ιστορια του. Εκεί, κάτω απ’ τον μεσημεριάτικο ίσκιο της μεγάλης βελανιδιάς, συνήθιζε να παίρνει τον καθημερινό του υπνάκο. Όμως προτού κοιμηθεί πάντα έλεγε και μια διαφορετική ιστορία. Και τα παιδιά μαζεύονταν γύρω του σαν το μελίσσι έτσι που τον γέρο πια δεν μπορούσες να τον δεις αλλά άκουγες τη βαθειά φωνή του˙ και καθώς δεν τον έβλεπες νόμιζες ότι ήταν το ίδιο το δέντρο που μιλούσε κι όχι ο άνθρωπος…κάποιοι έλεγαν πως ο γέρος είχε ζήσει τόσα πολλά χρόνια γυρίζοντας ολάκερη τη γη ώστε είχε ξεχάσει κι ίδιος πόσων χρονών είναι. Όμως ο γέρος παρά τα χρόνια που άφησε πίσω του ποτέ δεν ξέχασε εκείνα που είχε δει και ακούσει!  Αν είχε κάποιο σημαντικό λόγο που διάλεξε σήμερα την ιστορία με τα άλογα της ελευθερίας; Ισως ναι ίσως όχι. Κανείς δεν ήξερε. Αλλα κανεναν δεν τον ενοιαζε κιόλας, Γιατί ο γέρος έλεγε πάντα τις καλύτερες ιστορίες. Κι ακόμα περισσότερο έλεγε τις ιστορίες που δεν ήξερε να πει κανείς άλλος…

Κι ετσι συνέχισε …«Αλλά γι αυτό είμαι εγω εδώ. Για να σας διηγηθώ αυτά που πέρασαν και χάθηκαν στις ομίχλες του χρόνου.» Έλεγε αργά αργά με την δέντρινη φωνή του. «Κάποτε, λοιπόν πριν πολλά πολλά χρόνια οι άνθρωποι είχαν ό,τι ποθούσε η ψυχή τους. ΄Ετσι νομίζαν τότε. Άλλοι είχαν λίγα μα και τα λίγα που είχαν τους φαίνονταν πολλά και άλλοι είχαν πάλι πολλά που πάντα τους φαίνονταν λίγα. Και ειδικά σε αυτούς τους τελευταίους η μανία για να αποκτούν ολοένα και περισσότερα μεγάλωνε μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο. Άρχισαν να αποκτουν τα πάντα, ως και τα δάση, τα βουνά, το νερό, τη γη ακόμα κι αυτόν τον αέρα που ανασαίναν. Κι όμως από όλους κανείς δεν έγινε ποτέ ευτυχισμένος. Κι έβλεπες άλλους πάντα μελαγχολικούς αφού είχαν χάσει κάθε ελπίδα για να ευτυχήσουν κι άλλους που σου φαίνονταν ευτυχισμένοι μα κατά βαθος φοβόντουσαν…

Μέχρι που κάποτε απ’ τα μέρη τους πέρασε ένας μάγος… Και τότε ακούσανε για πρώτη τους φορά τη λέξη ελευθερία. Κανείς μα κανείς δεν ήξερε τι θα πει αυτή η λέξη. Εκτός από αυτό που ο μαγος είχε πει. Πως μόνο η ελευθερία φέρνει την ευτυχία. Βέβαια όλοι είπαν πως «αυτή την «ελευθερία πρέπει να την αποκτήσουμε μιας και μοιαζει το μόνο που μας λειπει!». Και τρίβαν τα δύο τους χέρια ανυπόμονα λογαριάζοντας μάλιστα ότι αν την κρατούσαν μέσα σ’ αυτά θα είχαν πια τα πάντα . Ετσι, σκέφτηκαν, θα έβρισκαν την ευτυχία και θα έδιωχναν και τη λύπη μα και το φόβο τους. Μάταια ο μάγος έλεγε κι ορκιζόταν ότι δεν υπήρχε τρόπος για να την αποκτήσουν. “Τρίχες”, του είπανε με θρασος εκείνοι οι λίγοι, “εμείς έχουμε λεφτά, πολλά λεφτά και μπορούμε να την αγοράσουμε αυτήν την ελευθερία”!…ω ναι σίγουρα μπορούσαν… Όπως και είχανε μάθει να κάνουνε τόσον καιρό με το κάθετί… Κι από την άλλη χειροκροτούσαν με καμάρι σα χαζοί…

Ο μάγος κουνούσε το κεφάλι του απογοητευμένος, γελώντας με την ξιπασιά και την αφέλειά τους. Γιατί εκείνος ήξερε πως η ελευθερία μοιάζει με μια ανάσα. Είναι κάτι που δεν μπορείς να το αγγίξεις αλλά μόνο να το νιώσεις. Κι αφού τους γύρισε την πλάτη απομακρυνόταν με βήμα γοργό μουρμουρίζοντας καταρες για την πλεονεξία τους… Όμως, ήδη κάπου είχε πάρει το αυτί κάποιων πως ο μάγος τριγύρναγε από χρόνια εδώ κι εκεί και ιστορούσε έναν μύθο. Μια ξεχασμένη ιστορία που πίστευε ότι με αυτήν ίσως μπορούσε να απαλλάξει τον κόσμο από τη δυστυχία. Και τότε του ζητήσαν να ξεχάσει πόσο ανάξιοι φανηκαν και τον παρακαλέσαν να τους πει την ιστορία του. Εκείνος πάλι, στ’ αλήθεια, αφού κοντοστάθηκε λίγο, έμπηξε τη μαγκούρα του στο χώμα, σημάδι πως είχε αποφασίσει να μιλήσει για μια ακόμα φορά. Μίλησε λοιπόν για κάποια άλογα που κάποτε στα αρχαία χρόνια, φύσηξε πάνω από τα απέραντα λιβάδια τους ο πιο άγριος άνεμος που είχε φυσήξει ποτέ στη γη και κράτησε τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Κι ήταν τόσο δυνατός, έλεγε, αυτός ο άνεμος ώστε έσβησε από το χάρτη τα σύνορα όλης της γης. Και τότε όλα τα ζωντανά πλάσματα είπαν πως αυτή ήταν η ελευθερία, που είχε γεννηθεί για να περιπλανιέται σαν αέρας στους αιώνες μέχρι να φωλιάσει σε κάθε καρδιά που χτυπά. Κι αυτά τα άλογα όλοι όσοι ήξεραν τα είπαν από τότε τα “άλογα της ελευθερίας”. Επειδή η ελευθερία ξεπήδησε από τον τόπο τους και φώλιασε πρώτα στη δική τους καρδιά. Και υστερα στις καρδιες όλων των ζώων, των δέντρων και των πουλιών. «Όμως το μέρος είναι καλα κρυμμένο από τα μάτια του ανθρώπου. Γιατί ο άνθρωπος διάλεξε να ζήσει αλλιώτικα – αν και όχι πιο δίκαια, ούτε πιο αληθινα». Αυτά έλεγε ο μάγος και ξέχωσε το μπαστούνι του από το έδαφος για να συνεχίσει την περιπλάνησή του. “Έ γέρο μάγε στάσου!”, του φωνάξανε τότε καποιοι. “Kι αν είναι έτσι κατά πώς μας τα λες τότε να τα αγοράσουμε αυτά τα άλογα κι έτσι θα μπορέσουμε να αποκτήσουμε και την ελευθερία. Ετσι δεν ειναι; Πες μας λοιπόν πού ζουν αυτά τα άλογα κι εμείς θα σου δώσουμε σπουδαία αμοιβή που θα ζεις πλούσιος σαν κι εμάς σ’ολόκληρη την υπόλοιπή σου ζωή.” Κοφτα τους απάντησε με γυρισμένη την πλάτη ο μάγος χωρίς να χρειαστεί καν να το σκεφτεί: “Φχαριστώ τις αφεντιές σας αλλά καλά ζω κι έτσι. Κι άλλωστε και να σας πω το μέρος αυτό που ζητάτε, και να το βρείτε ακόμα, βάλτε το καλά στο μυαλό σας πως δεν μπορείτε να αγοράσετε ούτε την ελευθερία μα ούτε και τα άλογα. Γιατί τα άλογα όπως και η ελευθερία δεν είναι κανενός για να τα πουλήσει!» Τους πέταξε καταμουτρα θυμωμένος τα τελευταία αυτά λόγια προτού ξεκίνησει να φύγει. Αλλά δεν πρόλαβε να πάει μακριά. Γιατί οι πιο άθλιοι από δαυτους τον έπιασαν και τον βασάνισαν για μήνες μέχρι να τους αποκαλύψει το μυστικό. Κι οι άλλοι οι πιο πολλοί δέκα φορές πιο άθλιοι καθόταν και κοιτάγανε χωρίς να κάνουν τίποτα. Γιατί λέγανε πως – τι στο καλο – κάτι θα ωφελούνταν κι εκεινοι αν έφτανε με οποιοδήποτε τρόπο η ελευθερία και στα μέρη τους. Ισως ένα κομμάτι ευτυχίας να έφτανε και σε δαύτους. Κι ο μαγος καταριόταν καθως τον εσερναν δεμενο με τις βαριές αλυσιδες: «…Φουκαριαρηδες απληστοι ανθρωποι! Η ευτυχία σας είναι τα χάρτινα κερδη σας γιατί αυτά ονειρευεστε μερα νυχτα. Κι όσοι εισαστε πλούσιοι προλάβατε κιόλας να αγορασετε και καταστρεψατε τη γη. Κι όσοι ειστε φτωχοι ονειρευεστε να γινετε πλουσιοι. Αυτή είναι η δικια σας ελευθερία. Ως εκει φτανει!»

…Ο γενναίος ο μάγος δεν έβγαζε κουβέντα κι ας περνούσε κάθε μέρα τα πιο σκληρά  βασανιστήρια που μπορούσε να βάλει ο ανθρώπινος νους. Κάθε μέρα τον βασάνιζαν και πιο σκληρά. Το χειρότερο, που δεν τον άφηναν να κοιμηθεί. Κι εκείνος πάλι μιλιά δεν έβγαζε. Όμως μοιραία ένα βράδυ μέσα στον πυρετό του άρχισε το παραμιλητό. Κι οι φύλακες του που ήταν κρεμασμένοι πάνω από απ το κεφάλι του, έκλεψαν με δόλιο τρόπο τα λόγια του βασανισμένου κι αδύναμου μάγου. Κι έτσι αποκαλύφθηκε το μυστικο του κρυμμένου εκείνου τόπου των αλόγων. Και τότε κινήσανε πολλοί με όπλα και κλουβια για τα λιβάδια των αλόγων της ελευθερίας με το σκοπό να τα αιχμαλωτίσουν όπως ακριβώς είχανε αιχμαλωτίσει και το μάγο. Και πέρασαν πολλές μέρες και νύχτες ώσπου τελικά πράγματι  βρήκαν τον ευλογημένο εκείνο τόπο. Ετσι κάποιο απόγευμα τη στιγμή που έπεφτε ο ήλιος αντίκρισαν μπροστά στα μάτια τους κάτι που ως τα τότε δεν είχαν την παραμικρή ιδέα ότι υπήρχε: Απέραντα, πολύχρωμα λιβάδια, κρυμμένα ανάμεσα σε τεράστια βουνά μακριά από τα μάτια των ανθρώπων και μέσα τους κάλπαζαν ανέμελα, περήφανα κοπάδια αλόγων κάθε χρώματος και κάθε ηλικίας χωρίς αρχηγούς και χωρίς σκλάβους. Το δίχως άλλο τους φάνηκε πολύ παράξενο μα μερικοί πραγματικά σκέφτηκαν για μια στιγμή πως αυτή η κοινωνία δεν μπορεί παρά να είναι μια ευτυχισμένη κοινωνία. Κι ούτε πόνο είδανε πουθενά ούτε δυστυχία. Όμως εκείνες οι μικρές σκέψεις όπως ηρθαν έτσι κι έφυγαν. Και οι άνθρωποι εκάναν εκείνο για το οποίο είχαν ξεκινήσει όταν φεύγανε μήνες πριν από τις μεγάλες τους πόλεις… Κι ετσι χωρίς σεβασμό, σαν άνθρωποι χωρίς ψυχή χυμήξανε πάνω στα υπέροχα εκείνα κοπάδια των ανήμερων αλόγων και μέσα σε λίγες μέρες τα είχαν συλλάβει τα πιο πολλά. Υστερα τα οδηγήσαν χτυπώντας τα ως τα μέρη τους, τα αιχμαλωτίσανε και τα φυλακίσανε μέσα σε άδεια, σκοτεινά εργοστάσια με μεγάλες περιφραγμένες αυλές. Κι αυτές οι φυλακές μα και τα άλογα τώρα ανήκαν σε λίγους εκλεκτους. Με τον καιρό τα δάμασαν. Εκεί τα αφήνανε μια φορά τη μέρα να βγαίνουν για να ξεμουδιάσουν. Και με το φτωχό τους και δηλητηριασμένο από τα πλούτη μυαλό πιστέψανε ότι αυτό ήταν! Τα είχανε καταφέρει! Είχανε αιχμαλωτίσει τα άλογα της ελευθερίας και από κει και μπρος αυτά  θα τους έφερναν την ευτυχία που τόσο απεγνωσμένα εψαχναν να βρούν όλη τους τη ζωή. Τι τους εμπόδιζε πια; Τώρα τα είχανε όλα!  Κι έτσι λοιπόν τελικά απέκτήσαν και το μοναδικό πράγμα που απ’οσα είπε ο μάγος, τους έλειπε. Όμως τα πράγματα αποδείχτηκε πως δεν ήταν και τόσο απλά. Γιατί στην πραγματικότητα το μόνο που είχαν καταφερει ήταν όχι να την ζήσουν την ελευθερία αλλά να την φυλακίσουν. Όμως δε βαριεσαι!» σιγοψιθύρισε ο γέρος κάτω από τη μεγάλη βαλανιδια. Και συνέχισε: «Ετσι κι αλλιώς η τύχη εχει αποφασίσει διαφορετικα για το τέλος αυτής της ιστορίας…

…Ε λοιπόν δεν θα ταν και κανένα ψέμα αν έλεγα πως τα πράγματα γινόντουσαν με τον καιρό όλο και πιο άσχημα στον κόσμο αντί να γίνονται καλύτερα. Για την ακρίβεια δεν ανάσαινε η ελευθερία αλλά βασίλευε ο φόβος. Μα δε τους καίγονταν καρφί… Άλλωστε τι θα μπορούσε να τους πει κανείς; Ποιος θα μπορούσε να τους κατηγορήσει; Δεν ήτανε στο κάτω κάτω οι φύλακες κι οι αφεντάδες των αλόγων της ελευθερίας; Και κάπως έτσι περνούσαν οι μερες οι μήνες τα χρόνια… Α, πόσο είχε δίκιο ο μάγος!..

Ωστοσο κάποια μέρα συνέβη κάτι που εμελλε να αλλάξει το μονοπάτι της ιστορίας. Μεσα από όλα τα άλογα που ειχαν περασει από όλες εκεινες τις τεραστιες φυλακές γεννήθηκε κι αρχισε να μεγαλώνει ένα πουλάρι που έμοιαζε διαφορετικό από όλα τα αλλα. Γιατί είχε πάνω του όλα τα χρώματα που υπάρχουν κι ήταν νευρικό και ανήσυχο, το πιο ανήσυχο απ’ όλα τα άλογα που είχαν δει το φως της μέρας όλον αυτόν τον καιρό, από τότε που τα είχαν αιχμαλωτισει οι πλούσιοι. Και το πουλάρι μεγάλωσε κι έγινε ένα πανέμορφο άλογο…

Αυτό το άλογο λοιπόν ένα βράδυ τόλμησε κάτι που δεν είχε ξανατολμήσει ποτε κανένα ως τότε. Το σκασε! Ε λοιπόν μα την αλήθεια το σκασε!» Είπε γελώντας ο γέρος. Ένα ωραίο βραδάκι μάζεψε όλη του τη δυναμη, πήρε φόρα κι έσπασε τον πανύψηλο ξύλινο φράχτη κι έτσι απλά έφυγε μακριά. Φυσικά οι αφενταδες το κυνηγήσανε με λύσσα. Αλλά ήταν πια αργά. Γιατί το παράξενο αυτό άλογο ήταν γρήγορο σαν τον άνεμο και δυνατό σαν τη θάλασσα. Κι ετσι συντομα το χασανε από τα ματια τους…

…Εκείνο με τη σειρά του, από την ώρα που πήδηξε το φραχτη δε γυρισε να κοιταξει πισω ούτε στιγμή. Ταξίδευε όλη νύχτα. Κι έτσι όπως τα άλογα μπορούν με το ενστικτο τους και επιστρεφουν στο αληθινο τους σπίτι, απ όσο λένε, έτσι και τουτο έψαξε και βρηκε τα κρυμμένα λιβαδια των πρωτων ελευθερων αλόγων. Την πατρίδα του. Όταν έφτασε καλπάζοντας στο ξέφωτο βαθιά μέσα στο δάσος κρυμμένο από τα βλέμματα θεών και ανθρώπων είχε πια ξημερώσει. Ο ήλιος είχε αρχίσει να ξεγλιστραει πάνω στον ασυννέφιαστο ουρανό. Ήταν σαν να είχαν ξεκινήσει όλα από την αρχή. Μήπως αυτό δεν γίνεται κάθε φορά; Όλα κάποια στιγμή δεν τελειώνουν κι αρχίζουν πάλι από την αρχή; Έτσι κι εκείνο το όμορφο πρωϊνό που ξεχειλιζε από μια μυρωδιά άγριου αέρα, δεν τραγουδούσε για μια μέρα γεμάτη ξεγνοιασιά, γεμάτη αναγέννηση; Από κείνες τις μέρες που εύχεσαι να κρατήσουν για πάντα; Και για έναν δραπέτη η ώρα που ξεφεύγει από τους διώκτες του είναι σαν την ώρα που γεννιέται. Όταν έπαψε ο καλπασμός η χαίτη του έπαψε κι αυτή να ανεμίζει πέφτοντας βαρειά πάνω στον καταϊδρωμένο του λαιμό. Ρουθούνιζε ακόμα απ’ την αγωνία και τη λύτρωση της φυγής. Κοίταζε γύρω του. Πολύ είχε αλλάξει το μέρος για το οποίο συνήθιζαν να μιλάνε τα πιο παλιά άλογα όπως ιστορούσαν από γενια σε γενια την αρχαία τους χαμένη καταγωγή. Τη θέση εκείνου του ιερού παραδείσου είχε πάρει μια ερημιά˙ ατέλειωτα, άδεια λιβάδια. Ψυχή! Ωστόσο κάποια στιγμή σήκωσε το βλέμμα κι αντίκρισε ένα γέρικο άλογο να πλησιάζει. Κι ύστερα το άκουσε να του μιλά για κάτι που φαινόταν βιαστικό: πως είχε έρθει η ώρα, λέει, που κάτι έπρεπε να αλλάξει στη γη. Κι άρχισε κι αυτό με τη σειρά του, όπως κι εγώ τωρα, να ιστορεί ένα θρύλο που υπήρχε από τις αρχές του κόσμου παλιό όσο και τα άλογα της ελευθερίας. Υπήρχε λοιπόν μια προφητεία που είχε μιλήσει καθαρά κι έιχε προβλέψει όλα όσα είχαν γίνει με το γένος τους μα κι όλα όσα ήταν γραφτό να συμβούν. Ότι μια μέρα θα ρθουν άνθρωποι πολλοί και θα σκλαβώσουν τα άλογα της ελευθερίας γιατί θα πιστέψουν ότι έτσι θα αποκτήσουν και την ελευθερία. Κι όσα από τα άλογα θα γλυτωσουν θα ζουν από τότε σκόρπια στις 5 γωνιες της γης, έτσι, μόνα τους, το ένα χώρια από το άλλο. Γιατί το καθένα θα κρυφτεί νομίζοντας πως είναι το τελευταίο που θα χει απομείνει.. Κι έτσι σκλαβωμένα θα ζούν ως την ώρα εκείνη που ένα νέο, πολύχρωμο άλογο θα δραπετευσει από τη φυλακή του και θα καλέσει τα σκόρπισμένα, άλογα πάνω στη γη που τα παραλύει ο φόβος κι όλα μαζί ενωμένα θα γκρεμίσουν τις φυλακές των ανθρώπων και θα λυτρωσουν τα αδέλφια τους. Και κείνη τη στιγμή που θα ξανοίξουν τα άλογα της ελευθερίας καλπάζοντας σε κάθε γωνιά του πλανήτη τότε ακόμα κι οι άνθρωποι θα νιωσουν στην καρδιά τους αυτό που θα πει ελευθερία. «Θα θελες να δοκιμάσεις;» είπε «Θα το θελα», απαντησε το αλογο που το χε σκάσει. «Πολύ καλά τότε! Όμως για να τα καταφέρεις να ξέρεις πως πρέπει πρώτα να περάσεις μια δοκιμασία τρομερη. Κι αν την περάσεις τοτε θα φανεί αν είσαι κιόλας στ’ αληθινά το άλογο της προφητείας. Ακου λοιπόν προσεκτικά. Πέρα από τα βουνά, είναι μια σπηλιά με τρεις τρύπες. Η πρωτη είναι η είσοδος, οι άλλες δυο οδηγούν στην έξοδο. Αν βγεις από την αριστερή εξοδο της σπηλιάς τοτε η προφητεία θα αρχίσει να εκπληρώνεται. Αν όμως βγεις από δεξιά τότε παει να πει πως δεν τα κατάφερες. Και θα ‘χεις αλλαξει για παντα. Γερασμένο και ανήμπορο, τρομαγμένο και θλιμμένο, για πάντα καταραμένο θα τριγυρνάς μονάχο σου στην ερημιά. Κι άλλοι δοκίμασαν πριν από σενα …» είπε σκύβοντας το κεφαλι το γέρικο άλογο κι όμως, αμέσως συνέχισε σαν να βιαζόταν και το ιδιο… «Να θυμασαι πως πρέπει να βρεις ένα κέρας κι ένα ρυάκι που χυνεται σε μια λίμνη που βρίσκεται πέρα από την έξοδο. Το κέρας είναι ένα αντικείμενο μαγικό γιατί είναι το απομεινάρι του τελευταίου μονόκερου και πατέρα όλων των ελευθερων αλόγων. Αυτό με τα χρόνια έχει γίνει ένα χωνί που βγάζει έναν ήχο˙ έναν ήχο παράξενο. Εσύ πρέπει να βρεις το κέρας του μονόκερου να βγεις από τη σπηλιά και να φυσήξεις μέσα του με όλη τη δύναμη σου. Κι ο ήχος που θα βγει θα ναι το κάλεσμα για όλα τα φοβισμένα άλογα που εχουν απομεινει ελεύθερα. Γιατί μοναχα εκείνα θ’ αναγνωρίσουν το σάλπισμα του μονόκερου. Και τότε θα έρθουν απ’ όλες τις γωνιές του κόσμου και θ’ανακαλύψουν πως δεν ήταν ποτε μόνα τους. Μονο χαμένα ήταν και τα κυβερνούσε το κράτος του φόβου. Για να ξεριζωθεί όμως ο φόβος μια για παντα απ’ την ψυχη τους πρέπει να πιουν από τη λίμνη με το μαγικό νερό της αλληλεγγύης. Και τότε θα γίνουν ένα και θα νιώσουν πολύ δυνατά. ΄Ομως σε προειδοποιω: ώσπου να φτασεις μέχρις εκει θα ‘ρθεις αντιμέτωπος με πολλά άσχημα πράγματα που βρίσκονται στους τοιχους της σπηλιάς. Γιατί λέγεται πως οι τοίχοι είναι γεμάτοι με τις πιο παράξενες κι αλλόκοτες εικόνες που κανενας δεν γνωριζει από ποιον είναι ζωγραφισμένες.  Μέσα απ’ αυτές θα δεις τους φόβους και τους εφιάλτες σου να σε κοιτάνε κατάματα και να σε κυκλώνουν καθώς θα μοιάζουν να ζωντανεύουν ξετυλίγοντας τα χρώματα και τους ισκιους τους στο σκοτάδι. Θέλουν να σε δειλιάσουν για να χασεις το θαρρος σου. Εκεί είναι που πρέπει να μείνεις όρθιος και να προχωρήσεις. Βρες το κέρας του μονόκερου! Ψάξε για το μαγικό ρυάκι! Ακολούθησε τη ροή του! Κλείσε τ’ αυτιά και τα μάτια σου σε ό,τι δεις κι ακούσεις! Μονο προχώρα.. Πήγαινε τώρα! Ο κόσμος πρέπει ν’αλλάξει… Φύγε!» Αυτά ήταν τα λόγια του γέρικου αλόγου.

Τοτε το πολύχρωμο άλογο κάλπασε με όλη του την ορμή για μια ακόμα φορά. Δε δυσκολεύτηκε να βρει τη σπηλιά. Μόλις λίγες ώρες μετά βρισκόταν έξω από την μεγάλη της σκοτεινή είσοδο.. Χωρίς να σπαταλήσει ούτε σπυρι χρόνου ξεχύθηκε μέσα στα σκοτεινα βαθη της. Κι αυτά που αντίκρισε τα αλλόκοτα και ανείπωτα ματαια θα προσπαθούσε κάποιος να τα περιγραψει. Γιατί εκείνο που πλανιόταν και πάλευε εκει μεσα ήταν όλο το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μαζί. Ολόκληρη η ιστορία του κόσμου. Ολοι οι πόλεμοι, οι δυστυχίες και τα βάσανα της γης από τοτε που έσκασε σαν πυροτεχνημα στο στερεωμα του ουρανου. Κι αλήθεια βάραινε η ψυχή σου καθως το φορτίο ήταν ασήκωτο. Όμως στο ίδιο αυτό μέρος βρίσκονταν κι η ελπίδα και κάπου στο βάθος το φως. Και το άλογο που το χαν προφητέψει εκείνες οι παράξενες παναρχαιες λέξεις εκανε εκείνο ακριβώς που μονάχα αυτό μπορούσε. Δεν γυρισε ν ακουσει ούτε δεξια ουτε κι αριστερα. Συντομα ειχε βρει και το κέρας του μονόκερου, κρυμμένο μέσα στο βάθος της αγκαλιας ενος θεόρατου βράχου. Κι εκεί πλαι φανηκε να λαμπυρίζει και το ρυάκι που εβγαζε στην έξοδο της σπηλιάς.

Λίγο μετα το κερας αντηχούσε βαθια. Κι αλήθεια τα αλογα που ζουσαν κρυμμενα, άρχισαν στη στιγμη να ξεπετιουνται μέσα από ποτάμια, φαράγγια και δάση. Μερόνυχτα πηρε ωσπου να μαζευτούν μπροστά στη μαγική λίμνη. Και ήπιαν από το νερό της, ακριβως όπως το θελε η προφητεία, που με καποιο αόρατο πέπλο είχε πια σκεπάσει τα τοσα σκοτεινα χρόνια. Καθώς τα άλογα απαλλαγμένα πια από την άγνοια, τη μοναξιά και το φόβο τους χτυπούσαν τις οπλές τους στο χώμα όλα μαζί, ο κρότος που έβγαζαν έφτανε μέχρι τα μέρη των ανθρωπων. Στις μεγάλες τους πόλεις˙ και στις μεγάλες τους φυλακές. Και στην αρχή οι ανθρωποι πιστέψαν πως έρχεται καταιγίδα. Και ίσως τελικά δεν εκαναν ποτέ λάθος. Γιατί σαν καταιγίδα έπεσαν τα άλογα πάνω στα τείχη και στους φράχτες τους μόλις ώρες μετά…

Ηταν το ξημέρωμα. Λίγες μέρες αργότερα όχι μόνο οι φυλακές μα κι ολοκληρες οι πόλεις γκρεμίζονταν απ τα θεμελια τους! Τιποτα δεν εμεινε ορθιο.  Γιατι έτσι επρεπε να γινει με τον κόσμο που γεννούσε τη δυστυχια και τη σκλαβια.

 Μεσα σ αυτή την ευλογημένη καταστροφη οι ανθρωποι εμειναν όρθιοι κοιταζοντας με γουρλωμενα ματια και με το στομα ανοιχτο. Κι όπως το λένε τα γραμμένα καθως τα άλογα της ελευθεριας σκορπιζαν ξανά στα λιβαδια τους οι άνθρωποι αρχισαν να σηκωνουν τις πετρες από τα χαλασματα και να χτιζουν απ τα συντρίμμια έναν καινουργιο κοσμο. Τον κοσμο που εμοιαζε με την κοινωνια των αλογων, χωρις αφεντες και δουλους. Τον κοσμο που έμελε να αγγιξει τον ουρανο. Εκει που ο φοβος μα κι ο ιδιος ο θανατος δεν θα χε πια καμια εξουσια. Γιατί ήταν φανερο πως είχε έρθει η ώρα η ελευθερία να φωλιάσει και στις καρδιές των ανθρώπων…» Κι εσβηνε σιγα σιγα η φωνη του γερου.

«…Κι αυτή λοιπόν παιδιά μου ηταν η ιστορια με τα άλογα της ελευθεριας.»… Ωσπου επαψε εντελώς.

 Ο γερος θαρρεις και τον ειχαν νανουρισει τα ιδια του τα λογια ειχε αρχισει ήδη για τα καλα το ροχαλητο μ’ ενα χαμογελο καρφιτσωμενο κατω από τα μακρια λευκα του γένια. Και τα παιδια σκορπιζαν κι εκείνα γρηγορα παιρνοντας το δρομο για τα σπιτια τους, αφηνοντας τον κατω απ το αγαπημενο του δεντρο καθως ειχε πια αρχισει να σουρουπωνει.

Καποιοι μεγάλοι, κοιλαράδες με ημίψηλα καπέλα που ετυχε να περνουν από κει βλεποντας τον να κοιμαται, χασκογελουσαν.

Τα ίδια τα παιδια τους ακουσαν με τ’ αυτια τους να λέει ο ένας με τον άλλο: «Βρε τον τρελόγερο το μαγο! Τόσω χρονων εγινε και μυαλο δε λεει να βαλει με τις αρλούμπες που τσαμπουναει κάθε μεσημερι!» «Ωχου κι εσυ καημένε μου! Τωρα θα τον μαθουμε; Από τοτε που τονε κλεισαμε σε κεινο το μπουντρούμι παει, τα χασε τα λογικα του… Δε βαριεσαι, φτανει που μας προδωσε το μυστικο˙ την εκανε μια χαρα τη δουλίτσα του ήθελε δεν ηθελε. Να ναι καλα ο πυρετός και τα παραμιλητα του.» «Χαχαχα! Μωρε καλα τα λες. Παμε όμως  τωρα˙ γιατι είναι η ωρα τους να ταϊσουμε κι εκείνα τα ψωράλογα…» Και εσβηναν τα δυνατα τους γέλια  στο βάθος του δρόμου.

…Ειχε σκοτεινιασει πια για τα καλα. Κι από μακρια ακουγονταν κρότοι σαν μπουμπουνητα. Θα παιρνες όρκο πως ερχόταν καταιγιδα…

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s